Μιλώντας με την εικαστικό Μαρία Ελευθερίου Γιακουμή
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν δημιουργούν απλώς έργα τέχνης, μετατρέπουν τις εμπειρίες της ζωής τους σε χρώμα, φως και σιωπή. Η εικαστικός Μαρία Ελευθερίου Γιακουμή ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που δεν αναζητούν την ομορφιά μόνο στον καμβά, αλλά την ανακαλύπτουν στα πιο ταπεινά υλικά της καθημερινότητας: σε ένα βότσαλο λουσμένο από το φως του Αιγαίου, σε μια κλωστή που διασχίζει υπομονετικά το ύφασμα, σε ένα λουλούδι που ισορροπεί ανάμεσα στην παρουσία και το κενό.
Η πορεία της είναι ένα ταξίδι γεμάτο μεταμορφώσεις. Από την πειθαρχία της χαρακτικής έως την ελευθερία της ζωγραφικής, από τη σιωπηλή τέχνη της ikebana μέχρι την πολύχρωμη έκρηξη των συναισθημάτων πάνω στον καμβά, κάθε στάδιο της διαδρομής της υπήρξε μια κατάθεση ψυχής. Ακόμη και οι δύσκολες δοκιμασίες έγιναν αφορμή για μια νέα δημιουργική αρχή, αποδεικνύοντας πως η αληθινή τέχνη γεννιέται εκεί όπου η ανθρώπινη ψυχή αρνείται να υποκύψει.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Μαρία Ελευθερίου Γιακουμή δεν μιλά μόνο για την τέχνη της. Μιλά για τη ζωή, τη μνήμη, τη δύναμη της ελπίδας και για εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή όπου η δημιουργία συναντά την ύπαρξη. Με λόγο βαθιά ποιητικό και ειλικρινή, μας προσκαλεί να περιηγηθούμε στον εσωτερικό κόσμο μιας δημιουργού που εξακολουθεί να πιστεύει πως κάθε πινελιά μπορεί να γίνει ένας διάλογος με τον άνθρωπο και κάθε έργο μια μικρή νίκη του φωτός απέναντι στο σκοτάδι.
Την συνάντησα στις εκθέσεις της ARTWAY και δέχτηκε να μας μιλήσει για τον ΑΝΤΙΛΑΛΟ, την ευχαριστώ θερμά.
- Ποια είναι η πρώτη εικόνα από τα παιδικά σας χρόνια που θυμάστε να σας συνδέει με τη δημιουργία ή την τέχνη;
Η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μου είναι μια παραλία γεμάτη στρογγυλά και λεία βότσαλα. Θυμάμαι τον εαυτό μου να τα ταξινομώ με εμμονή κατά μέγεθος, χρώμα, βάρος. Κάθε πέτρα ήταν ένας μικρός κόσμος. Αργότερα με τις μπογιές προσπαθούσα να αποτυπώσω σχέδια και χρώματα πάνω τους. Παράλληλα στο σπίτι έβλεπα την μητέρα μου να κεντάει αριστουργήματα και να υφαίνει στον αργαλειό με το μπλε – κόκκινο τα υπέροχα υφαντά και εκείνη η υπομονετική επανάληψη της βελόνας και της σαΐτας με μάθαινε ότι η τέχνη είναι και ρυθμός. Έτσι η παραλία μού έμαθε το χρώμα και την υλικότητα ενώ το κέντημα τη σιωπηλή πειθαρχία. Αυτός ο συνδυασμός , το απρόβλεπτο της φύσης και η τάξη του νήματος είναι η μήτρα της δημιουργίας μου.
- Πώς επηρέασαν την καλλιτεχνική σας πορεία οι πρώτες ενασχολήσεις με την IKEBANA, το ψηφιδωτό και την ζωγραφική.
Η IKEBANA (σύνθεση λουλουδιών) με δίδαξε τη δύναμη του κενού, ότι αυτό που δεν υπάρχει είναι επίσης σημαντικό με αυτό που υπάρχει. Η σύνθεση των ανθέων δεν είναι γέμισμα, αλλά διάλογος κλαδιών και αέρα. Το ψηφιδωτό αντίθετα το μάθημα του κατακερματισμού και της επανένωσης, έμαθα ότι από άπειρα μικρά κομματάκια ψηφίδων μπορεί να γεννηθεί μια ενιαία βιωματική εικόνα. Και η ζωγραφική ήρθε να τα συνδέσει όλα, να δώσει την ελευθερία και την υγρή αμεσότητα του χρώματος. Ουσιαστικά η ikebana μου χάρισε την πνοή, το ψηφιδωτό την υπομονή και η ζωγραφική την έκφραση. Και οι τρεις μαζί διαμόρφωσαν ένα «καλλιτέχνη» που σκέφτεται δομικά αλλά αφήνεται στον αυτοσχεδιασμό.
- Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στη χαρακτική και σας οδήγησε να αφιερώσετε 4 χρόνια στην μελέτη της;
Αυτό που με γοήτευσε στη χαρακτική ήταν το στοιχείο της απόλυτης έκπληξης και της ανάποδης σκέψης. Δε ζωγραφίζεις αυτό που βλέπεις αλλά το αντίστροφό του και όταν έρθει η στιγμή να εκτυπώσεις το έργο, η αποκάλυψη του αποτυπώματος επάνω στο χαρτί έχει κάτι το μαγικό σαν να γεννιέται το έργο δεύτερη φορά. Αφιέρωσα τέσσερα χρόνια γιατί ήθελα να δαμάσω την ύλη, την ξύλινη πλάκα, το μελάνι, την πίεση. Ήθελα να φτάσω σ’ ένα σημείο όπου η τεχνική θα υποτάσσεται απόλυτα στη έκφραση, ώστε κάθε χάραγμα να είναι μια σίγουρη αναπόσπαστη δήλωση.
- Πως βιώσατε την στιγμή που είδατε τα έργα σας να εκτίθενται για πρώτη φορά και να λαμβάνετε θετικές κριτικές ;
Ήταν μια βαθιά συγκινητική – σχεδόν εξωσωματική – εμπειρία. Θυμάμαι να στέκομαι μπροστά στους τοίχους και να μην αναγνωρίζω τα έργα σαν δικά μου. Ήταν σαν να είχα πάρει πια την δική τους ζωή να ανέπνεαν ανάμεσα στο κοινό. Οι θετικές κριτικές δε με επιβεβαίωσαν τόσο ως καλλιτέχνη όσο ως άνθρωπο που κατάφερε να μεταδώσει ένα κομμάτι του εαυτού του. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα πως η τέχνη δεν είναι μοναχική πράξη αλλά γέφυρα επικοινωνίας.
- Το ατύχημα στο χέρι σας, άλλαξε την καλλιτεχνική σας διαδρομή. Πως καταφέρατε να μετατρέψετε αυτή την δυσκολία σε μια νέα δημιουργική αρχή;
Ήταν μια σκοτεινή, σχεδόν απειλητική περίοδος. Η χαρακτική απαιτεί έντονη πίεση και ρυθμική κίνηση (λινόλεουμ, plexiglas, ξύλο) στοιχεία που οι τένοντες μου δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν ακόμα και μετά την επέμβαση. Για μήνες η ακινησία ήταν βασανιστική. Όμως όταν σταμάτησα να παλεύω με το πώς και άρχισα να σκέφτομαι το γιατί, γεννήθηκε μια νέα αρχή. Η αδυναμία μου ν’ ασκήσω φυσική πίεση με ανάγκασε ν’ αναζητήσω άλλες εκφραστικές οδούς με πιο ελεύθερες κινήσεις, πειραματισμό με υλικά που δεν αντιστέκονται, αλλά υποδέχονται το χέρι. Η δυσκολία μ’ έμαθε να ακούω το σώμα μου, να σέβομαι τους νέους περιορισμούς με μια ώριμη πιο απελευθερωμένη γλώσσα.
- Τι σημαίνει για εσάς το γεγονός ότι τα έργα σας βρίσκονται στη μόνιμη συλλογή του μουσείου εικαστικών Τεχνών Απειράνθου Νάξου;
Είναι μια βαθιά συγκινητική επιστροφή στις ρίζες. Το κυκλαδίτικο φως και η απόλυτη λιτότητα του τοπίου της Νάξου έχουν διαπεράσει τη ματιά μου περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιώ. Το να γνωρίζω πως τα έργα μου βρίσκονται μόνιμα σε ένα χώρο που αναπνέει τον αιγαιοπελαγίτικο πολιτισμό μου προσφέρει μια αίσθηση αθανασίας. Δεν είναι απλώς μια τιμή, είναι σαν ν’ αφήνω ένα κομμάτι της ψυχής μου να συνομιλεί διαχρονικά με τον τόπο που με γαλούχησε αισθητικά.
- Έχετε πειραματιστεί με διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα. Ποιο απ’ αυτά νοιώθετε ότι εκφράζει τον εσωτερικό σας κόσμο.
Νοιώθω βαθιά σύνδεση με τον ιμπρεσιονισμό γιατί μου επιτρέπει ν’ απελευθερώνω τα συναισθήματα μου, χωρίς λογοκρισία, να παραμορφώνω σκόπιμα την πραγματικότητα και να αναδείξω την εσωτερική αλήθεια. Ωστόσο θεωρώ ότι τελευταία με κερδίζει ο κυβισμός. Η ανάγκη να σπάσω τη φόρμα να δω το αντικείμενο από πολλές οπτικές γωνίες αντανακλά τον τρόπο που σκέφτομαι. Θα έλεγα λοιπόν ότι ζω σε μια δημιουργική ένταση ανάμεσα στον ιμπρεσιονισμό και τον κυβισμό. Ο ένας τροφοδοτεί τον άλλον.
- Ποιος είναι ο ρόλος του χρώματος στη διαδικασία έκφρασης των συναισθημάτων σας πάνω στον καμβά;
Το χρώμα για μένα δεν είναι περιγραφή, είναι γλώσσα. Δε χρησιμοποιώ το μπλε επειδή ο ουρανός είναι μπλε αλλά επειδή το μπλε έχει βάθος, απόσταση και μελαγχολία. Το χρώμα λειτουργεί σαν μια άμεση νευρική σύνδεση, το κόκκινο χτυπά σαν σφυγμός, το κίτρινο ενέργεια, το μαύρο απορροφά κάθε θόρυβο. Στον καμβά η παλέτα μου γίνεται το ημερολόγιο της διάθεσης μου. Η διαδικασία της μίξης είναι σχεδόν τελετουργική. Αναζητώ εκείνη την ακριβή απόχρωση που θα κλειδώσει το συναίσθημα χωρίς να το προδώσει.
- Ονειρεύεστε μια φιλανθρωπική ατομική έκθεση για την ΦΛΟΓΑ – παιδιά με καρκίνο. Πώς γεννήθηκε αυτή η επιθυμία και τι θα θέλατε να προσφέρει στο έργο του συλλόγου.
Αυτή η επιθυμία γεννήθηκε μέσα από τον πιο σκοτεινό διάδρομο της ζωής μου. Ονειρεύομαι μια έκθεση γεμάτη φως και ζωή που θα θυμίζει σε κάθε παιδί πως η ομορφιά υπάρχει ακόμα. Θα ήθελα να προσφέρω έργα που να γεμίσουν χρώμα τους άσπρους τοίχους του νοσοκομείου, αλλά κυρίως να σταθώ αρωγός οικονομικά ώστε ο σύλλογος ΦΛΟΓΑ να συνεχίσει να καλύπτει τις ανάγκες των οικογενειών. Θέλω η ζωγραφική μου να γίνει μια αγκαλιά μια υπενθύμιση ότι κανένα παιδί δε μάχεται μόνο του.
- Αναφέρετε ότι όταν ζωγραφίζετε δεν σκέφτεστε, αλλά υπάρχετε. Τι σημαίνει αυτή η φράση για σας και αποτυπώνετε στα έργα σας;
Αυτή η φράση αποτυπώνει την κατάσταση ύψιστης συγκέντρωσης, όπου ο νους σωπαίνει και το σώμα απλώς λειτουργεί σαν πυξίδα. Όταν ζωγραφίζω σταματώ να αξιολογώ, να συγκρίνω ή να διορθώνω. Παύω να είμαι ο εαυτός μου και γίνομαι μια γέφυρα ανάμεσα στο υποσυνείδητο και στον καμβά. Το χέρι κινείται πριν προλάβει το μυαλό να επιστρέψει ή να απαγορεύσει. Αυτή η ύπαρξη χωρίς σκέψη αποτυπώνεται στα έργα μου με την αμεσότητα της πινελιάς και την ειλικρίνεια των χρωμάτων. Είναι η στιγμή που ο θεατής βλέπει όχι αυτό που σχεδίασα αλλά αυτό που ένοιωσα τη στιγμή που δημιουργούσα.
Ολοκληρώνοντας αυτή τη συνομιλία, γίνεται φανερό πως για τη Μαρία Ελευθερίου Γιακουμή η τέχνη δεν είναι επάγγελμα, ούτε απλώς τρόπος έκφρασης. Είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι η σιωπηλή συνομιλία της ψυχής με το φως, η αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας πίσω από τα σχήματα και τα χρώματα, η δύναμη να μεταμορφώνει ακόμη και τον πόνο σε δημιουργία.
Κάθε έργο της κουβαλά τη μνήμη της φύσης, την πειθαρχία της παράδοσης, την τόλμη του πειραματισμού και την ευαισθησία ενός ανθρώπου που δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει ότι η ομορφιά μπορεί να θεραπεύσει. Ίσως γι’ αυτό τα έργα της δεν ζητούν απλώς να τα κοιτάξεις, σε προσκαλούν να σταθείς απέναντί τους, να αφουγκραστείς τη σιωπή τους και να ανακαλύψεις μέσα τους ένα κομμάτι του δικού σου εσωτερικού κόσμου.
Από τα βότσαλα των παιδικών της χρόνων μέχρι τους τοίχους μουσείων και τα όνειρα μιας φιλανθρωπικής προσφοράς για τα παιδιά της ΦΛΟΓΑΣ, η δημιουργική της διαδρομή αποδεικνύει πως η τέχνη αποκτά το αληθινό της νόημα όταν γίνεται προσφορά. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία ενός καλλιτέχνη: να αφήνει πίσω του όχι μόνο εικόνες, αλλά ίχνη φωτός στις καρδιές των ανθρώπων που συναντούν το έργο του.

Εύα Καπελλάκη Κοντού [ Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



