Οι άνθρωποι που δεν επιλέγουν την τέχνη, είναι η ίδια η τέχνη που τους επιλέγει από τα πρώτα κιόλας βήματα της ζωής τους. Έτσι μοιάζει να συνέβη και με τη Λίζα Κολλάρου, μια δημιουργό που μεγάλωσε στη Νότια Αφρική έχοντας ως πυξίδα το πινέλο, το χρώμα και τη φαντασία. Με ρίζες βαθιά φυτεμένες στην οικογενειακή παράδοση της ζωγραφικής και πρώτο της δάσκαλο τον πατέρα της, η σχέση της με τον καμβά δεν υπήρξε ποτέ μια απλή καλλιτεχνική ενασχόληση, έγινε τρόπος ζωής, γλώσσα έκφρασης και εσωτερική ανάγκη.
Από τις επιρροές των μεγάλων δασκάλων της παγκόσμιας τέχνης έως τη δική της προσωπική εικαστική ταυτότητα, η Λίζα Κολλάρου διαμορφώνει έναν κόσμο όπου τα χρώματα αφηγούνται ιστορίες, οι υφές αποκτούν παλμό και κάθε έργο αποτελεί μια μικρή κατάθεση ψυχής. Η αδιάκοπη αναζήτηση νέων τεχνικών, η αγάπη της για τη διδασκαλία και η βαθιά πίστη στη θεραπευτική δύναμη της δημιουργίας συνθέτουν την προσωπικότητα μιας καλλιτέχνιδας που δεν επαναπαύεται ποτέ.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Λίζα Κολλάρου μας ανοίγει την πόρτα του εργαστηρίου της, αλλά κυρίως της ψυχής της, μιλώντας για την τέχνη, τις επιρροές, τις προκλήσεις και όλα εκείνα που συνεχίζουν να κρατούν άσβεστη τη φλόγα της δημιουργίας.
Την συνάντησα σε έκθεση της Artway και δέχτηκε να μου μιλήσει για τον ΑΝΤΙΛΑΛΟ.
- Η σχέση σας με την τέχνη ξεκίνησε από την παιδική σας ηλικία στη Νότια Αφρική, με πρώτο δάσκαλο τον πατέρα σας, ο οποίος «μετέτρεπε τη σκόνη σε χρυσάφι». Πώς επηρέασε η δική του φιλοσοφία και αφοσίωση τον τρόπο που βλέπετε εσείς σήμερα τον καμβά;
Ο πατέρας μου μού έμαθε κάτι πολύ μεγαλύτερο από την τεχνική της ζωγραφικής. Μου έμαθε να βλέπω την ομορφιά εκεί όπου οι περισσότεροι βλέπουν το συνηθισμένο. Είχε την ικανότητα να μεταμορφώνει τα πιο απλά υλικά σε κάτι πολύτιμο, κι αυτή η στάση ζωής με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Για μένα ο καμβάς δεν είναι μια λευκή επιφάνεια που πρέπει να «γεμίσει», αλλά ένας χώρος διαλόγου, ανακάλυψης και μεταμόρφωσης. Κάθε στρώση χρώματος, κάθε σημάδι και κάθε «λάθος» μπορεί να γίνει η αφορμή για κάτι όμορφο, αρκεί να του δώσεις χώρο να εξελιχθεί.
- Από τους κλασικούς Πικάσο και Ματίς, μέχρι τους σύγχρονους Χάρολντ Βόιτ και Κιμ Μπλάκ, οι επιρροές σας είναι πολυσυλλεκτικές. Πώς καταφέρνουν αυτοί οι διαφορετικοί δημιουργοί να συνυπάρχουν και να μετουσιώνονται στο δικό σας, προσωπικό καλλιτεχνικό στυλ;
Πιστεύω πως κάθε καλλιτέχνης που θαυμάζουμε αφήνει μέσα μας ένα μικρό αποτύπωμα. Από τον Πικάσο θαυμάζω την τόλμη να αμφισβητεί τους κανόνες, από τον Ματίς την ελευθερία του χρώματος, ενώ οι σύγχρονοι δάσκαλοί μου με ενθάρρυναν να αφήσω πίσω την ανάγκη της τελειότητας και να εμπιστευτώ περισσότερο τη διαίσθησή μου. Δεν προσπαθώ να μιμηθώ κανέναν. Αντίθετα, όλες αυτές οι επιρροές λειτουργούν σαν συνοδοιπόροι στο προσωπικό μου ταξίδι, μέχρι να αποκτήσουν τη δική μου φωνή πάνω στον καμβά.
- Τα έργα σας έχουν κερδίσει το ενδιαφέρον αγοραστών υψηλού προφίλ σε Νότια Αφρική και ΗΠΑ, ενώ έχετε εικονογραφήσει από παιδικά βιβλία μέχρι τη γυμνή συλλογή για τη βρετανική σειρά “GeordieShore”. Πόσο απαιτητικό αλλά και συναρπαστικό είναι να ισορροπείτε ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά και ετερόκλητα projects;
Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στοιχείο της τέχνης. Δεν γνωρίζει σύνορα ούτε περιορίζεται σε μία μόνο θεματολογία. Κάθε έργο απαιτεί διαφορετική ευαισθησία και διαφορετικό τρόπο σκέψης. Είτε δημιουργώ για ένα παιδικό βιβλίο είτε για μια πιο τολμηρή συλλογή, στόχος μου είναι πάντα να αφηγηθώ μια ιστορία με ειλικρίνεια. Αυτή η συνεχής εναλλαγή όχι μόνο δεν με κουράζει, αλλά με κρατά δημιουργικά ανήσυχη και με εξελίσσει ως καλλιτέχνιδα.
- Αν και αγαπάτε τα ακρυλικά, τα τοπία και τη νεκρή φύση, δηλώνετε ότι η τέχνη είναι ένα συνεχές ταξίδι μάθησης, πειραματιζόμενη με νέες υφές και την τεχνική του ιμπάστο (impasto). Τι είναι αυτό που αναζητάτε μέσα από αυτούς τους νέους δρόμους έκφρασης;
Τα τελευταία χρόνια νιώθω πως η ζωγραφική μου έγινε πιο ελεύθερη. Άφησα πίσω μου την ανάγκη να αποδώσω την πραγματικότητα με ακρίβεια και άρχισα να με ενδιαφέρει περισσότερο το συναίσθημα που αφήνει ένα έργο. Οι υφές, τα πολλά στρώματα χρώματος, τα κολάζ και οι έντονες πινελιές δημιουργούν μια ιστορία που δεν αποκαλύπτεται αμέσως. Θέλω ο θεατής να ανακαλύπτει κάτι διαφορετικό κάθε φορά που στέκεται μπροστά σε έναν πίνακα. Για μένα η ζωγραφική δεν είναι πλέον μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που νιώθουμε.
- Συνδυάζετε την αγάπη σας για τη ζωγραφική με το πτυχίο σας στην Ψυχολογία, παραδίδοντας μαθήματα σε παιδιά 5-12 ετών. Πώς λειτουργεί η τέχνη ως εργαλείο ψυχολογικής κινητοποίησης για τα παιδιά και τι «μαθαίνετε» εσείς από τους μικρούς σας μαθητές;
Η τέχνη δίνει στα παιδιά έναν ασφαλή χώρο να εκφράσουν όσα πολλές φορές δεν μπορούν να πουν με λόγια. Μέσα από τα χρώματα, τις γραμμές και το παιχνίδι αναπτύσσουν αυτοπεποίθηση, φαντασία και δημιουργική σκέψη. Ως ψυχολόγος βλέπω πόσο σημαντικό είναι να μην επικεντρωνόμαστε στο αποτέλεσμα αλλά στη διαδικασία. Και τα παιδιά μου το θυμίζουν αυτό συνεχώς. Δεν φοβούνται να πειραματιστούν, δεν αγχώνονται για το «τέλειο» και έχουν μια αυθεντικότητα που πολλές φορές εμείς οι ενήλικες ξεχνάμε. Είναι οι καλύτεροί μου δάσκαλοι.
- Το στούντιό σας περιγράφεται ως ένας χώρος που εμπνέει όποιον περνά το κατώφλι του. Ποια είναι η ατμόσφαιρα ή οι ιεροτελεστίες που χρειάζεστε εσείς η ίδια μέσα σε αυτόν τον χώρο για να ξεκινήσετε μια νέα δημιουργία;
Το στούντιό μου είναι το προσωπικό μου καταφύγιο. Δεν έχω αυστηρές ιεροτελεστίες, αλλά αγαπώ την ησυχία των πρωινών ωρών, το φυσικό φως και τη μουσική που με βοηθά να συγκεντρωθώ. Συχνά ξεκινώ χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο. Αφήνω το πρώτο χρώμα να με οδηγήσει και επιτρέπω στο έργο να μου αποκαλύψει μόνο του την κατεύθυνσή του. Είναι μια διαδικασία εμπιστοσύνης, όπου προσπαθώ να ελέγχω λιγότερο και να ακούω περισσότερο αυτό που θέλει να γεννηθεί.
- Όταν το πινέλο ξεκουράζεται, απολαμβάνετε την ομορφιά του νησιού σας, την κουζίνα, τα καλά κρασιά και την οικογένειά σας. Πόσο απαραίτητες είναι αυτές οι «γήινες», καθημερινές απολαύσεις για να γεμίζουν οι μπαταρίες της καλλιτεχνικής σας φαντασίας;
Πιστεύω πως η έμπνευση δεν γεννιέται μόνο μέσα στο εργαστήριο, γεννιέται στον τρόπο που ζούμε την καθημερινότητά μας.Όταν δεν ζωγραφίζω, θα με βρείτε στην οικογενειακή μας ιταλική ταβέρνα, όπου εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια μαγειρεύω δίπλα στον σύζυγό μου. Για μένα, η δημιουργία ενός όμορφου πιάτου δεν διαφέρει και πολύ από τη δημιουργία ενός πίνακα. Είναι θέμα ισορροπίας, διαίσθησης, χρώματος, υφής και, πάνω απ’ όλα, της χαράς να προσφέρεις κάτι φτιαγμένο με αγάπη. Η κουζίνα μού δίδαξε πειθαρχία, ενώ η ζωγραφική μου χάρισε ελευθερία, και αυτά τα δύο δημιουργικά μονοπάτια αλληλοσυμπληρώνονται συνεχώς.
Ένα ακόμη μεγάλο κομμάτι της ζωής μου είναι το κρασί. Ο σύζυγός μου δημιουργεί τα οικογενειακά μας κρασιά από τους αμπελώνες μας στη Ζάκυνθο και νιώθω μεγάλη χαρά που συμμετέχω σε αυτή τη διαδικασία, δοκιμάζοντας, συζητώντας και καταθέτοντας τη δική μου άποψη για κάθε νέα σοδειά. Το κρασί, όπως και η ζωγραφική, αφηγείται μια ιστορία. Κουβαλά μέσα του τον τόπο, τις εποχές, την υπομονή και τους ανθρώπους που το δημιούργησαν.
Νιώθω ευλογημένη που ζω στη Ζάκυνθο, έναν τόπο όπου το φως, τα χρώματα του Ιονίου, οι ελαιώνες, οι αμπελώνες και η οικογενειακή ζωή αποτελούν καθημερινή πηγή έμπνευσης. Όλες αυτές οι εμπειρίες βρίσκουν, σχεδόν ανεπαίσθητα, τον δρόμο τους στους πίνακές μου. Για μένα, η τέχνη δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τη ζωή, είναι ο τρόπος με τον οποίο τη βιώνω και την εκφράζω. Είτε κρατώ ένα πινέλο, είτε ετοιμάζω ένα πιάτο, είτε υψώνω ένα ποτήρι κρασί με τους ανθρώπους που αγαπώ, η μεγαλύτερη έμπνευσή μου είναι πάντα η δημιουργία, η σύνδεση και η χαρά του να μοιράζεσαι κάτι όμορφο με τους άλλους.
Η συζήτηση με τη Λίζα Κολλάρου αφήνει την αίσθηση πως η αληθινή τέχνη δεν γεννιέται μόνο από την τεχνική αρτιότητα, αλλά κυρίως από την ειλικρίνεια της ψυχής. Μέσα από τα λόγια της αναδύεται μια δημιουργός που συνεχίζει να ονειρεύεται, να πειραματίζεται και να εξελίσσεται, χωρίς να χάνει την παιδική εκείνη σπίθα που την οδήγησε για πρώτη φορά μπροστά σε έναν λευκό καμβά.
Σε μια εποχή που η εικόνα συχνά προηγείται της ουσίας, η Λίζα υπενθυμίζει πως κάθε έργο τέχνης κρύβει πίσω του έναν άνθρωπο, μια διαδρομή, μια ευαισθησία και μια αδιάκοπη ανάγκη επικοινωνίας. Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμά της: να μετατρέπει το χρώμα σε συναίσθημα και τον καμβά σε μια σιωπηλή συνομιλία με τον θεατή.
Την ευχαριστούμε θερμά για την ειλικρινή της κατάθεση ψυχής και της ευχόμαστε η δημιουργική της πορεία να συνεχίσει να φωτίζεται από την ίδια αστείρευτη έμπνευση που μεταμορφώνει κάθε πινελιά της σε μια ωδή στη ζωή, στην ομορφιά και στην αέναη δύναμη της τέχνης.

Εύα Καπελάκη Κοντού [ Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



