Το ψυχολογικό υπόβαθρο των καλοκαιρινών πανηγυριών στα χωριά της υπαίθρου
Όταν ο Αύγουστος γέρνει γλυκά πάνω από τις πλαγιές των χωριών μας και τα τζιτζίκια στήνουν το δικό τους αέναο βιολί, κάτι παράξενο και συνάμα μαγικό συμβαίνει στην ελληνική ύπαιθρο. Είναι η ώρα που τα χωριά, ξεχασμένα ίσως τον χειμώνα στην ήσυχη μοναξιά τους, ξυπνούν από έναν λήθαργο αιώνων. Είναι η ώρα του πανηγυριού.
Όμως, το πανηγύρι δεν είναι απλώς μια γιορτή, ένας χορός, ένα αντάμωμα για το καλό της χρονιάς ή της Παναγιάς. Αν σκύψει κανείς με σεβασμό πάνω από την ψυχοσύνθεση του Έλληνα της υπαίθρου, θα καταλάβει ότι το καλοκαιρινό πανηγύρι αποτελεί μια βαθιά, συλλογική ψυχοθεραπεία, μια ανάγκη εσωτερική που έρχεται από τα βάθη του χρόνου για να γιατρέψει τις πληγές της καθημερινότητας.
Η ανάγκη της «Κοινωνικής Συνεκτικότητας» και η Επιστροφή στις Ρίζες
Στην ψυχολογία, μιλάμε συχνά για το «ανήκειν». Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να νιώθει κομμάτι ενός όλου για να αισθάνεται ασφαλής. Στα χωριά μας, το πανηγύρι είναι ο μεγάλος μαγνήτης που επανασυνδέει το «εγώ» με το «εμείς».
Η γέφυρα των γενεών: Στον ίδιο κύκλο του χορού, ο παππούς κρατά το χέρι του εγγονού. Η μνήμη μεταγγίζεται αυτούσια, χωρίς διδακτισμούς, μόνο με το βίωμα.
Η κατάργηση της απόστασης: Ο ξενιτεμένος, ο αστός που κουβαλά το άγχος της τσιμεντούπολης, επιστρέφει. Το πανηγύρι τού προσφέρει την πολυπόθητη «κάθαρση». Εκεί, δεν είναι ο υπάλληλος ή ο διευθυντής, είναι ο γιος του τάδε, ο συγχωριανός, ο δικός μας άνθρωπος.
Το πανηγύρι λειτουργεί ως ένας χωροχρονικός θύλακας, όπου το παρελθόν συναντά το παρόν για να δώσει ελπίδα στο μέλλον.
Ο Κυκλικός Χορός ως Μέσο Συλλογικής Ψυχοθεραπείας
Αν παρατηρήσει κανείς το στήσιμο του πανηγυριού, όλα περιστρέφονται γύρω από έναν κύκλο. Ο κύκλος στην ψυχολογία των συμβόλων αντιπροσωπεύει την τελειότητα, την ισότητα, την αιωνιότητα.
Όταν οι άνθρωποι πιάνονται από το μαντήλι ή από τους ώμους, συμβαίνει μια μοναδική ενεργειακή και ψυχολογική μετατόπιση:
Η ισοπέδωση των κοινωνικών διακρίσεων: Στον κύκλο του χορού, πλούσιοι και φτωχοί, πετυχημένοι και κατατρεγμένοι, μοιράζονται το ίδιο βήμα. Οι αντιπαραθέσεις του χειμώνα, οι παλιές βεντέτες ή οι κτηματικές διαφορές, μοιάζουν να παγώνουν κάτω από τον ήχο του κλαρίνου ή της λύρας.
Η εκτόνωση του συλλογικού ασυνειδήτου: Ο ιδρώτας, το ποτό, το τραγούδι που βγαίνει από τα στήθη, δεν είναι απλή διασκέδαση. Είναι η εκτόνωση των συσσωρευμένων καημών. Ο Έλληνας δεν χορεύει μόνο από χαρά, χορεύει για να ξορκίσει τον θάνατο, τη φτώχεια, την αδικία. Είναι μια πράξη αντίστασης στη φθορά.
Το Πολιτιστικό και Θρησκευτικό Υπόβαθρο: Η Ιερότητα της Γιορτής
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πανηγύρι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Εκκλησία, με τον Άγιο-προστάτη του χωριού, με τη μεγάλη Μάνα, την Παναγιά. Αυτή η θρησκευτική αναφορά προσφέρει ένα πέπλο προστασίας και ιερότητας.
Μετά τη λειτουργία, το «κοινό τραπέζι» –που έρχεται ως κατάλοιπο των αρχαίων εστιάσεων και των πρωτοχριστιανικών αγαπών– θυμίζει σε όλους ότι η τροφή, πνευματική και υλική, πρέπει να μοιράζεται. Η φιλοξενία γίνεται ψυχικό χρέος. Το σπίτι ανοίγει, οι πόρτες ξεκλειδώνουν, οι καρδιές μαλακώνουν.
Τα καλοκαιρινά πανηγύρια στην ελληνική ύπαιθρο δεν είναι, λοιπόν, μια γραφική τουριστική ατραξιόν. Είναι το ζωντανό κύτταρο της λαϊκής μας ψυχής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινότητα αυτοθεραπεύεται, θυμάται ποια είναι και επαναπροσδιορίζει τις αξίες της: την αλληλεγγύη, την επικοινωνία, την αγάπη για τη γη των πατέρων μας.
Όσο υπάρχουν οι ήχοι των οργάνων να δονούν τα φυλλώματα των πλατάνων στις πλατείες των χωριών μας, η ελληνική ψυχή θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να ανασταίνεται, να γλεντά τον πόνο της και να κοιτάζει το αύριο με μάτια γεμάτα φως.
Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



