100 χρόνια από τα πρώτα χρονογραφήματα του Θέμου Κορνάρου στην «Ελευθέρα Σκέψις» - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

100 χρόνια από τα πρώτα χρονογραφήματα του Θέμου Κορνάρου στην «Ελευθέρα Σκέψις»

10 Ιουλίου 2026 -

Τι άλλαξε και τι παρέμεινε ίδιο;

Σεπτέμβριος 1928. Στο Ηράκλειο κυκλοφορεί ένα ακόμη φύλλο της “Ελευθέρας Σκέψις”. Ανάμεσα στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, στα τοπικά νέα και στις αγωνίες μιας κοινωνίας που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, ένας νεαρός από τον Σίβα της Μεσαράς δοκιμάζει την πένα του. Δεν γράφει για να ευχαριστήσει. Δεν γράφει για να γίνει αρεστός. Γράφει γιατί δεν αντέχει τη σιωπή. Το όνομά του είναι Θέμος Κορνάρος. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, οι λέξεις του μοιάζουν να μας περιμένουν στη γωνία της ιστορίας για να μας θέσουν ένα ενοχλητικό ερώτημα: αλλάξαμε πραγματικά ή απλώς αλλάξαμε σκηνικό;

Πολλές επέτειοι μας καλούν σε πανηγυρισμούς, άλλες όμως απαιτούν σιωπή. Μια σιωπή δημιουργική, που αφήνει χώρο στη μνήμη να συνομιλήσει με το παρόν και στην ιστορία να θέσει ερωτήματα αντί να προσφέρει εύκολες απαντήσεις.

Η συμπλήρωση σχεδόν εκατό χρόνων από την πρώτη εμφάνιση του Θέμου Κορνάρου ως χρονογράφου στις σελίδες της Hρακλειώτικης εφημερίδας «Ελευθέρα Σκέψις» δεν είναι μια απλή επετειακή αναφορά σε έναν σημαντικό λογοτέχνη. Είναι μια ευκαιρία να αναμετρηθούμε με τον ίδιο μας τον εαυτό. Να κοιτάξουμε την Ελλάδα κατάματα και να αναρωτηθούμε αν ο αιώνας που μεσολάβησε υπήρξε πραγματικά ένας αιώνας προόδου ή ένας αιώνας μεταμορφώσεων που άφησαν άθικτες τις βαθύτερες αντιφάσεις της κοινωνίας μας.

Ας μεταφερθούμε, έστω νοερά, στο Ηράκλειο του 1928.

Μια πόλη που ακόμη κουβαλά επάνω της τη σκόνη της Ιστορίας. Οι πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι νωπές. Οι πρόσφυγες προσπαθούν να ριζώσουν σε μια νέα πατρίδα. Η ελληνική κοινωνία αναζητά ισορροπία ανάμεσα στην ελπίδα και στην ανασφάλεια. Η οικονομία παλεύει να σταθεί όρθια, ενώ οι πολιτικές αντιπαραθέσεις προμηνύουν τις μεγάλες συγκρούσεις που θα σημαδέψουν τις επόμενες δεκαετίες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, σε ένα τυπογραφείο που μοσχοβολά ακόμη μελάνι και λιωμένο μολύβι, τυπώνεται καθημερινά η «Ελευθέρα Σκέψις». Δεν είναι απλώς μια τοπική εφημερίδα,είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Ένα δημόσιο βήμα όπου καταγράφονται οι ελπίδες, οι διαφωνίες, οι αγωνίες και οι μικρές ιστορίες μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ορίσει το μέλλον της.

Ανάμεσα στα ονόματα των συντακτών εμφανίζεται δειλά ένας νεαρός από τον Σίβα της Μεσαράς. Δεν διαθέτει ακόμη τη φήμη που αργότερα θα τον συνοδεύσει. Δεν έχει γράψει τα έργα που θα τον κατατάξουν ανάμεσα στις σημαντικές μορφές της νεοελληνικής πεζογραφίας. Έχει όμως ήδη αποκτήσει κάτι πολύ σπουδαιότερο: την ικανότητα να βλέπει εκεί όπου οι περισσότεροι απλώς κοιτούν.

Ο Θέμος Κορνάρος δεν αντιμετωπίζει το χρονογράφημα ως λογοτεχνική άσκηση. Το μετατρέπει σε κοινωνικό βλέμμα. Δεν περιορίζεται στην περιγραφή της καθημερινότητας, αναζητά τους μηχανισμούς που τη διαμορφώνουν. Δεν γοητεύεται από τα μεγάλα γεγονότα, τον ενδιαφέρουν οι μικροί άνθρωποι που συνήθως μένουν εκτός των επίσημων αφηγήσεων.

Αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μάθημα που μας προσφέρει η δημοσιογραφία του.

Ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο στα υπουργικά γραφεία ούτε στις αίθουσες των κοινοβουλίων. Γράφεται στα χωράφια της Μεσαράς, στα καφενεία των χωριών, στα σοκάκια του Ηρακλείου, στα λιμάνια, στις λαϊκές αγορές, στα σχολεία, στα πρόσωπα των ανθρώπων που μοχθούν χωρίς ποτέ να γίνουν πρωτοσέλιδο.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η Ελλάδα μοιάζει αγνώριστη.

Οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν. Τα χωριά απέκτησαν ηλεκτρισμό, νερό, διαδίκτυο. Οι αποστάσεις μηδενίστηκαν. Η πληροφορία ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Οι εφημερίδες συνυπάρχουν με τις ψηφιακές πλατφόρμες και τα κοινωνικά δίκτυα. Η τεχνητή νοημοσύνη συντάσσει ειδήσεις μέσα σε δευτερόλεπτα, ενώ ο δημόσιος διάλογος μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στις οθόνες των κινητών τηλεφώνων.

Κι όμως…

Αν ο νεαρός χρονογράφος του 1928 περπατούσε σήμερα στους δρόμους του Ηρακλείου ή της Αθήνας, πιθανότατα δεν θα εντυπωσιαζόταν τόσο από τους ουρανοξύστες της τεχνολογίας όσο από τις παλιές γνώριμες σκιές που εξακολουθούν να συνοδεύουν την ελληνική κοινωνία.

Θα αναγνώριζε την αγωνία του νέου ανθρώπου που αναζητά εργασία αντάξια των σπουδών του. Θα αναγνώριζε τον μικρομεσαίο επαγγελματία που παλεύει καθημερινά να κρατήσει ανοιχτή την επιχείρησή του. Θα αναγνώριζε τον αγρότη που εξακολουθεί να εξαρτάται από τις διαθέσεις της αγοράς και του καιρού. Θα αναγνώριζε τον ηλικιωμένο που βλέπει τα παιδιά του να ξενιτεύονται, όχι πια με το ατμόπλοιο για την Αμερική, αλλά με μια πτήση χαμηλού κόστους προς τη βόρεια Ευρώπη.

Οι μορφές αλλάζουν.

Οι αγωνίες επιμένουν.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που διαπερνά τον έναν περίπου αιώνα που μας χωρίζει από τα πρώτα χρονογραφήματα του Θέμου Κορνάρου.Η κοινωνία μας έγινε πλουσιότερη σε υλικά αγαθά, αλλά όχι κατ’ ανάγκην πλουσιότερη σε εμπιστοσύνη. Απέκτησε περισσότερες δυνατότητες, όμως δεν κατάφερε πάντα να μετατρέψει την πρόοδο σε κοινωνική συνοχή. Έμαθε να επικοινωνεί με ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να συνομιλήσει με τον διπλανό της.

Κάποτε το καφενείο ήταν το εργαστήρι της δημόσιας συζήτησης. Εκεί συγκρούονταν ιδέες, γεννιούνταν φιλίες, διαμορφώνονταν συνειδήσεις. Σήμερα το καφενείο αντικαταστάθηκε από μια ατέλειωτη ψηφιακή ροή πληροφοριών, όπου ο διάλογος συχνά υποχωρεί μπροστά στην κραυγή και η επιχειρηματολογία παραδίδει τη θέση της στον εύκολο εντυπωσιασμό.

Δεν είναι νοσταλγία για έναν κόσμο που χάθηκε. Είναι η διαπίστωση ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν συνοδεύεται πάντοτε από ανάλογη πολιτισμική ωρίμανση.

Αυτό, άλλωστε, θα ήταν και το πρώτο μεγάλο ερώτημα που θα μας απηύθυνε σήμερα ο Κορνάρος:

Μάθαμε να ζούμε καλύτερα ή απλώς μάθαμε να ζούμε γρηγορότερα;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Γιατί η Ελλάδα του 2028 δεν είναι η Ελλάδα του 1928. Είναι μια χώρα που γνώρισε πολέμους και κατοχή, εμφύλιες συγκρούσεις, δικτατορία και αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μια χώρα που έγινε μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας, που γνώρισε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και μια βαθιά κρίση η οποία δεν άφησε πίσω της μόνο δημοσιονομικά ελλείμματα. Άφησε, κυρίως, ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Προς την πολιτική.

Προς τη Δικαιοσύνη.

Προς την ενημέρωση.

Και, τελικά, προς τον ίδιο τον συμπολίτη μας.

Αυτό το έλλειμμα δεν αποτυπώνεται σε στατιστικούς πίνακες. Δεν μετριέται με οικονομικούς δείκτες. Φαίνεται, όμως, στις μικρές καθημερινές συμπεριφορές. Στην ευκολία με την οποία αμφισβητούμε τους πάντες και τα πάντα. Στην αδυναμία μας να συνθέσουμε αντί να διχαστούμε. Στην καχυποψία που συχνά προηγείται της εμπιστοσύνης.

Ο Θέμος Κορνάρος γνώριζε καλά ότι οι κοινωνίες δεν διαλύονται μόνο από τη φτώχεια. Διαβρώνονται και από την αδιαφορία. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να ενδιαφέρεται για τον διπλανό του και περιορίζεται στον στενό κύκλο του ιδιωτικού του κόσμου.

Γι’ αυτό και τα χρονογραφήματά του δεν ήταν απλές αφηγήσεις της επικαιρότητας. Ήταν πράξεις συμμετοχής. Ήταν ένας τρόπος να δηλώσει ότι η δημοσιογραφία δεν μπορεί να είναι ουδέτερη απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία. Οφείλει να είναι αντικειμενική στα γεγονότα, αλλά ποτέ αδιάφορη απέναντι στον άνθρωπο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας.

Η πληροφορία δεν ήταν ποτέ τόσο άφθονη. Κι όμως, η ουσιαστική ενημέρωση μοιάζει ολοένα και πιο δυσεύρετη. Ο θόρυβος συχνά υπερκαλύπτει την είδηση. Η ταχύτητα υποκαθιστά την έρευνα. Η εικόνα προηγείται της σκέψης. Η είδηση καταναλώνεται πριν ακόμη προλάβει να γίνει γνώση.

Και μαζί με αυτή την αλλαγή μεταμορφώθηκε και ο δημόσιος λόγος.

Η διαφωνία έγινε αντιπαλότητα.

Η κριτική ταυτίστηκε με την απαξίωση.

Η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται συχνά ως απειλή και όχι ως αναγκαία προϋπόθεση της δημοκρατίας.

Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερη πολιτισμική υποχώρηση από αυτή.

Γιατί ο πολιτισμός δεν μετριέται μόνο από τα μνημεία, τα μουσεία ή τις πολιτιστικές διοργανώσεις. Μετριέται από τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία συνομιλεί με τον εαυτό της. Από την ποιότητα του δημόσιου λόγου της. Από την ικανότητά της να ακούει πριν απαντήσει.

Αυτό το γνώριζε καλά ο νεαρός χρονογράφος της «Ελευθέρας Σκέψεως». 

Γνώριζε επίσης ότι η Κρήτη δεν ήταν μόνο ένας τόπος με ένδοξη ιστορία. Ήταν ένας τόπος καθημερινής δημιουργίας. Οι άνθρωποί της κουβαλούσαν τη μνήμη, αλλά δεν ζούσαν μόνο μέσα σε αυτήν. Καλλιεργούσαν τη γη, έχτιζαν οικογένειες, μορφώνονταν, διαφωνούσαν, δημιουργούσαν. Μέσα από αυτές τις μικρές ιστορίες γεννιόταν η μεγάλη ιστορία του τόπου.

Και εδώ ίσως βρίσκεται η μεγαλύτερη επικαιρότητα του Κορνάρου.

Σήμερα μιλάμε συχνά για ανάπτυξη,για επενδύσεις,για ψηφιακό μετασχηματισμό,για δείκτες ανταγωνιστικότητας. Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν αρκούν όμως.

Καμία κοινωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά αναπτυγμένη, όταν οι νέοι της δυσκολεύονται να ονειρευτούν τον τόπο τους. Όταν η περιφέρεια ερημώνει. Όταν η εργασία μετατρέπεται σε ανασφάλεια. Όταν η κατοικία γίνεται απλησίαστη. Όταν ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια και όχι ως δημόσιο αγαθό.

Ο Κορνάρος δεν θα έψαχνε απαντήσεις μόνο στα υπουργεία.

Θα περπατούσε ξανά στους δρόμους του Ηρακλείου.

Θα κατέβαινε στα χωριά της Μεσαράς.

Θα στεκόταν δίπλα στον ελαιοπαραγωγό, στον ξενοδοχοϋπάλληλο, στον εκπαιδευτικό, στον νέο επιστήμονα που αναρωτιέται αν αξίζει να μείνει στον τόπο του.

Θα άκουγε περισσότερο απ’ όσο θα μιλούσε.

Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο έλλειμμα της εποχής μας.

Ακούμε ελάχιστα.

Μιλάμε διαρκώς.

Και μέσα σε αυτόν τον αδιάκοπο θόρυβο κινδυνεύουμε να χάσουμε τις πιο σημαντικές φωνές: εκείνες που δεν φωνάζουν.

Ο Θέμος Κορνάρος έδωσε φωνή ακριβώς σε αυτούς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και τα πρώτα του χρονογραφήματα δεν αποτελούν μόνο δημοσιογραφικά τεκμήρια. Είναι ιστορικά ντοκουμέντα μιας κοινωνίας που αλλάζει, αλλά αρνείται να χάσει την ανθρωπιά της.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να αποδώσουμε σε εκείνον τον νεαρό χρονογράφο δεν είναι να επαναλαμβάνουμε το όνομά του στις επετείους. Είναι να κρατήσουμε ζωντανή την ουσία της δημοσιογραφικής του στάσης.

Να παρατηρούμε πριν κρίνουμε.

Να ερευνούμε πριν καταδικάσουμε.

Να ακούμε πριν μιλήσουμε.

Και, πάνω απ’ όλα, να μην ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε είδηση υπάρχει ένας άνθρωπος.

Αυτό είναι το διαχρονικό μάθημα του Θέμου Κορνάρου.

Όχι μόνο για τους δημοσιογράφους.Για όλους μας.

Γιατί η ιστορία δεν αλλάζει μόνο από τις μεγάλες αποφάσεις. Αλλάζει από τις μικρές πράξεις ευθύνης που επαναλαμβάνονται καθημερινά.Όταν, πριν από σχεδόν έναν αιώνα, ο νεαρός από τον Σίβα παρέδιδε τα πρώτα του χρονογραφήματα στην «Ελευθέρα Σκέψις», ασφαλώς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι έναν αιώνα αργότερα θα εξακολουθούσαν να αποτελούν αφορμή για διάλογο. Ίσως, όμως, να το ήλπιζε. Γιατί κάθε αυθεντικός χρονογράφος γνωρίζει ότι δεν γράφει μόνο για τους αναγνώστες της επόμενης ημέρας. Γράφει για εκείνους που θα αναζητήσουν, χρόνια αργότερα, το νήμα που ενώνει τις γενιές.

Αυτό το νήμα δεν είναι η νοσταλγία.

Είναι η ευθύνη.

Η ευθύνη να παραδώσουμε στους επόμενους μια κοινωνία δικαιότερη, έναν δημόσιο λόγο πιο νηφάλιο, έναν πολιτισμό πιο ουσιαστικό και μια δημοσιογραφία που θα συνεχίσει να υπηρετεί την αλήθεια χωρίς να λογαριάζει το πρόσκαιρο κόστος.Αν, εκατό χρόνια μετά, τα πρώτα χρονογραφήματα του Θέμου Κορνάρου εξακολουθούν να μας αγγίζουν, δεν είναι επειδή μας θυμίζουν έναν κόσμο που χάθηκε.Είναι επειδή μας βοηθούν να αναγνωρίσουμε τον κόσμο που εξακολουθεί να μας περιμένει.

Και ίσως αυτή να είναι η σπουδαιότερη αποστολή κάθε μεγάλης δημοσιογραφίας: όχι να προφητεύει το μέλλον, αλλά να φωτίζει το παρόν με τέτοιο τρόπο, ώστε οι επόμενες γενιές να μπορούν να καταλάβουν ποιοι υπήρξαμε και ποιοι θελήσαμε να γίνουμε.

Συνέδριο του Θεμου Κορναρου

Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]