Το ψυχογράφημα ενός συντρόφου οπλισμένου με οργή
Κάθε φορά που μια ακόμη γυναικοκτονία καταλαμβάνει τα πρωτοσέλιδα, η κοινωνία παγώνει για λίγες ημέρες. Τα δελτία ειδήσεων γεμίζουν με φωτογραφίες, γείτονες μιλούν για ένα «ήσυχο ζευγάρι», συγγενείς αναζητούν απαντήσεις και η κοινή γνώμη προσπαθεί να κατανοήσει το ακατανόητο. Ένας άνθρωπος αφαιρεί τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, όχι μέσα σε μια τυχαία στιγμή βίας, αλλά μέσα σε μια σχέση που κάποτε ονομάστηκε αγάπη.
Το ερώτημα επανέρχεται αμείλικτο: πώς φτάνει ένας σύντροφος να γίνει δολοφόνος;
Η εύκολη απάντηση είναι να μιλήσουμε για ένα «τέρας». Να απομονώσουμε τον δράστη από το κοινωνικό σύνολο και να πιστέψουμε ότι πρόκειται για μια ακραία εξαίρεση. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και, γι’ αυτό, πιο ανησυχητική. Οι γυναικοκτονίες δεν γεννιούνται μέσα σε ένα κοινωνικό κενό. Αναπτύσσονται σε περιβάλλοντα όπου η βία, η εξουσία, η κτητικότητα και η αδυναμία διαχείρισης των συναισθημάτων συναντούν βαθύτερα ψυχολογικά και κοινωνικά τραύματα.
Ο σύντροφος που είναι οπλισμένος με οργή δεν κρατά πάντοτε όπλο. Συχνά κρατά μέσα του μια συσσωρευμένη αίσθηση ματαίωσης, ανασφάλειας, θυμού και φόβου. Έναν φόβο που δεν έχει μάθει ποτέ να αναγνωρίζει και να εκφράζει υγιώς.
Η οργή, άλλωστε, σπάνια είναι το πρωτογενές συναίσθημα. Πίσω από αυτήν κρύβονται συνήθως η απόρριψη, η ντροπή, η εγκατάλειψη, η αίσθηση απώλειας ελέγχου. Ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει ψυχικά εργαλεία διαχείρισης των συναισθημάτων του μπορεί να βιώσει τον χωρισμό όχι ως μια επώδυνη αλλά φυσιολογική εξέλιξη, αλλά ως προσωπική συντριβή. Ως ταπείνωση. Ως ακύρωση της ίδιας του της ύπαρξης.
Σε πολλές περιπτώσεις γυναικοκτονιών παρατηρούμε ένα κοινό μοτίβο: η γυναίκα επιχειρεί να φύγει ή έχει ήδη απομακρυνθεί από τη σχέση. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ενεργοποιούνται βαθύτεροι μηχανισμοί ελέγχου και κατοχής. Ο δράστης δεν βιώνει τη σύντροφό του ως έναν αυτόνομο άνθρωπο με δικαιώματα και ελευθερίες. Τη βιώνει ως προέκταση του εαυτού του.
Όταν λοιπόν εκείνη επιλέγει να φύγει, εκείνος αισθάνεται ότι χάνει όχι μια σχέση, αλλά ένα κομμάτι της κυριαρχίας του.
Η κοινωνική ψυχολογία μάς διδάσκει ότι η βία δεν είναι απλώς ατομική παθολογία. Είναι και προϊόν πολιτισμικών αντιλήψεων. Για αιώνες ο άνδρας ανατράφηκε μέσα σε πρότυπα που συνέδεαν την αξία του με την ισχύ, τον έλεγχο και την κυριαρχία. Η ευαλωτότητα θεωρήθηκε αδυναμία. Το κλάμα, ντροπή. Η έκφραση φόβου, σχεδόν απαγορευμένη.
Έτσι πολλοί άνδρες μεγαλώνουν χωρίς συναισθηματικό λεξιλόγιο.
Δεν γνωρίζουν πώς να πουν «πονάω», «φοβάμαι», «νιώθω μόνος», «χρειάζομαι βοήθεια». Εκεί που θα έπρεπε να εμφανιστεί η θλίψη, εμφανίζεται η επιθετικότητα. Εκεί που θα μπορούσε να υπάρξει διάλογος, εμφανίζεται ο έλεγχος. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρξει αποδοχή της απώλειας, εμφανίζεται η εκδίκηση.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι κάθε άνδρας που θυμώνει είναι επικίνδυνος. Ούτε ότι κάθε ψυχικό τραύμα οδηγεί στη βία. Η προσωπική ευθύνη παραμένει ακέραιη. Ωστόσο, αν θέλουμε να προλάβουμε το φαινόμενο, οφείλουμε να εξετάσουμε τις κοινωνικές συνθήκες που το ευνοούν.
Συχνά ακούμε τη φράση «τη σκότωσε επειδή την αγαπούσε». Πρόκειται ίσως για μία από τις πιο επικίνδυνες παρανοήσεις της εποχής μας. Η αγάπη δεν σκοτώνει. Η αγάπη δεν φυλακίζει. Η αγάπη δεν απειλεί. Η αγάπη δεν εκβιάζει. Αυτό που σκοτώνει είναι η ανάγκη ελέγχου που μεταμφιέζεται σε αγάπη. Είναι η κτητικότητα που παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον. Είναι η ζήλια που βαφτίζεται πάθος. Είναι η εμμονή που συγχέεται με τον έρωτα.
Κάθε κοινωνία που ρομαντικοποιεί αυτές τις συμπεριφορές συμβάλλει άθελά της στη διατήρηση ενός επικίνδυνου μοντέλου σχέσεων.
Αξίζει επίσης να αναρωτηθούμε γιατί τόσο συχνά τα προειδοποιητικά σημάδια παραβλέπονται. Πολλές γυναίκες που δολοφονήθηκαν είχαν προηγουμένως βιώσει λεκτική, ψυχολογική ή σωματική κακοποίηση. Είχαν εκφράσει φόβο. Είχαν ζητήσει βοήθεια. Είχαν καταγγείλει απειλές.
Κι όμως, πολλές φορές η κοινωνία τις αντιμετώπισε με δυσπιστία.
«Υπερβάλλει.»
«Θα τα βρουν.»
«Έτσι είναι οι σχέσεις.»
«Θυμώνει αλλά την αγαπά.»
Οι φράσεις αυτές λειτουργούν σαν ένα αόρατο δίχτυ συγκάλυψης της βίας. Κανονικοποιούν συμπεριφορές που δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρούνται φυσιολογικές. Η γυναικοκτονία δεν ξεκινά τη στιγμή της δολοφονίας. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ξεκινά από τον εξευτελισμό, την απομόνωση, την ψυχολογική χειραγώγηση, την απειλή. Από κάθε στιγμή που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια τραυματίζεται και κανείς δεν παρεμβαίνει.
Ένας ακόμη παράγοντας που αξίζει να εξετάσουμε είναι η κρίση της σύγχρονης ανδρικής ταυτότητας. Οι κοινωνίες αλλάζουν. Οι γυναίκες διεκδικούν όλο και περισσότερο την αυτονομία τους. Οι παραδοσιακοί ρόλοι επαναπροσδιορίζονται.
Για πολλούς άνδρες αυτή η μετάβαση είναι δημιουργική και απελευθερωτική. Για άλλους όμως βιώνεται ως απειλή. Όταν η αυτοεκτίμηση στηρίζεται αποκλειστικά στην κυριαρχία, τότε κάθε βήμα ισότητας μοιάζει με προσωπική απώλεια εξουσίας. Και εκεί ακριβώς γεννιούνται αντιδράσεις θυμού.
Η κοινωνία μας χρειάζεται επειγόντως νέες αφηγήσεις για την ανδρική ταυτότητα. Αφηγήσεις που να επιτρέπουν στους άνδρες να είναι ευάλωτοι χωρίς να αισθάνονται ανεπαρκείς. Να ζητούν βοήθεια χωρίς να ντρέπονται. Να εκφράζουν συναίσθημα χωρίς να φοβούνται ότι θα χαρακτηριστούν αδύναμοι.
Η πρόληψη των γυναικοκτονιών δεν μπορεί να περιοριστεί στην αυστηροποίηση των ποινών. Οι ποινές είναι αναγκαίες, αλλά έρχονται πάντα μετά το έγκλημα. Το ζητούμενο είναι να φτάσουμε πριν από αυτό.
Χρειαζόμαστε εκπαίδευση στη συναισθηματική νοημοσύνη από τις μικρές ηλικίες. Χρειαζόμαστε σχολεία που να διδάσκουν τον σεβασμό, τη συναίνεση, τη διαχείριση συγκρούσεων. Χρειαζόμαστε υπηρεσίες ψυχικής υγείας προσβάσιμες σε όλους. Χρειαζόμαστε μηχανισμούς προστασίας των θυμάτων που να λειτουργούν άμεσα και αποτελεσματικά.
Και πάνω απ’ όλα χρειαζόμαστε μια κοινωνία που να ακούει.
Να ακούει τις γυναίκες όταν λένε ότι φοβούνται.
Να ακούει τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη βία.
Να ακούει ακόμη και τους άνδρες που καταρρέουν ψυχικά, πριν η κατάρρευση μετατραπεί σε επιθετικότητα.
Διότι πίσω από κάθε γυναικοκτονία υπάρχει μια αλυσίδα προειδοποιητικών σημάτων που δεν αναγνωρίστηκαν εγκαίρως.
Το ψυχογράφημα ενός συντρόφου οπλισμένου με οργή δεν περιγράφει μόνο έναν άνθρωπο. Περιγράφει και τις ρωγμές μιας κοινωνίας. Τις σιωπές της. Τις προκαταλήψεις της. Τις αδυναμίες της να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους.
Και ίσως ο μεγαλύτερος προβληματισμός δεν είναι πώς ένας άνθρωπος φτάνει να σκοτώσει. Ο μεγαλύτερος προβληματισμός είναι πόσες μικρές πράξεις αδιαφορίας, ανοχής και σιωπής προηγήθηκαν, ώστε να πιστέψει ότι μπορούσε να το κάνει.
Όσο δεν απαντούμε συλλογικά σε αυτό το ερώτημα, οι γυναικοκτονίες θα συνεχίσουν να μας συγκλονίζουν, αλλά δυστυχώς δεν θα παύσουν να επαναλαμβάνονται. Και κάθε νέα απώλεια θα μας υπενθυμίζει ότι η βία δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση. Είναι καθρέφτης των κοινωνιών που επιτρέπουν στην οργή να οπλίζεται, αντί να θεραπεύεται.
Εύα Καπελλάκη Κοντού [ Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



