Ανοιξιάτικη βροχερή εξόρμηση με εκπληκτικές γαστρονομικές γεύσεις
Το απόγευμα είχε ήδη γείρει, σαν να το είχε σπρώξει απαλά ένα βαρύ, μολυβένιο σύννεφο. Η πόλη του Ηρακλείου έμενε πίσω, σαν να αποτραβιόταν σιγά-σιγά, αφήνοντας στον αέρα μια υγρή ανάμνηση από θάλασσα, καυσαέριο και φωνές. Ο δρόμος για τα Πεζά άνοιγε μπροστά, βρεγμένος, γυαλιστερός σαν καθρέφτης που κρατούσε μέσα του τον ουρανό. Η βροχή δεν έπεφτε με ορμή, ψιθύριζε. Ήταν εκείνη η επίμονη, λεπτή βροχή του Μάρτη που δεν σε τρομάζει, μα σε διαπερνά σαν σκέψη που δεν λέει να φύγει.
Τα αυτοκίνητα λιγόστευαν όσο άφηνες πίσω σου τα τελευταία σπίτια. Οι πολυκατοικίες έδιναν τη θέση τους σε χαμηλές αυλές, σε μάντρες με γιασεμιά που τώρα μύριζαν πιο βαριά, πιο γήινα. Κι έπειτα, σχεδόν ανεπαίσθητα, άρχιζε η εξοχή. Ή μάλλον ο εθνικός δρόμος τον οποίο είχαμε πάρει για τα Πεζά τον τελικό προορισμό μας. Η παρέα μας με καλλιτέχνες, μουσικούς και λαξευτές… ο σπουδαίος και ακριβός φίλος μουσικός και λαουτιέρης Μιχάλης Φραγκιαδάκης, η ακριβή φίλη και σύντροφός του, Κατερίνα Παναγιωτάκη και ο λαξευτής της πέτρας Γιάννης Κοντός. Γέλια και αστεία έδιναν κι έπαιρναν τραγούδια και στίχοι όλα με τέχνη συνταιριασμένα. Τώρα πια φύγαμε από την Εθνική οδό και βρισκόμαστε στην εξοχή πολύ κοντά στον προορισμό μας.
Ελαιώνες ατελείωτοι. Οι κορμοί σκοτεινοί, σχεδόν μαύροι από το νερό, και τα φύλλα τους να λαμπυρίζουν σαν μικρά, ασημένια μυστικά. Η γη ανάσαινε. Το χώμα, βρεγμένο, ανέδιδε εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά που δεν είναι απλώς άρωμα, είναι μνήμη. Παιδικά χρόνια, χέρια χωμένα στο χώμα, φωνές από μακριά.
Ο δρόμος στένευε σε κάποια σημεία, σαν να σε δοκίμαζε. Στροφές ήπιες, μα αρκετές για να σε κάνουν να κόψεις ταχύτητα και να κοιτάξεις γύρω σου. Οι λόφοι ντυμένοι με ένα γκρίζο πέπλο, και εδώ κι εκεί αμπέλια γυμνά, να περιμένουν υπομονετικά την άνοιξη. Σαν να ήξεραν πως τίποτα δεν χάνεται μόνο αλλάζει μορφή.
Το φως λιγόστευε, σιγά – σιγοέσβηνε όπως σβήνει μια παλιά λάμπα, με μια μικρή αντίσταση. Τα σύννεφα χαμήλωναν κι άλλο, σχεδόν άγγιζαν τη γη. Κι ένιωθες πως δεν ταξίδευες μόνο στον χώρο, αλλά και σε κάτι πιο εσωτερικό. Κάτι που δεν έχει όνομα, μοιάζει με όνειρο.
Κάπου εκεί, λίγο πριν φανεί το χωριό, η βροχή δυνάμωσε για λίγο. Σαν μια τελευταία εξομολόγηση του ουρανού. Τα πρώτα φώτα από τα Πεζά άναβαν διστακτικά μικρές, ζεστές κουκκίδες μέσα στο γκρι. Υπόσχεση επιστροφής ή ίσως συμφιλίωσης.
«Φτάσαμε στα Πεζά»! Φώναξε αυθόρμητα η Κατερίνα! Το ανέμελο ταξίδι στο ονειρικό τοπίο σταμάτησε ξαφνικά μπροστά από κάτι παράξενο ένα όνομα που μας κίνησε την προσοχή μας: « Πετεινός Αλανιάρης» ένας χώρος γραφικός με απαλό φωτισμό από φαναράκια να κρέμονται σαν καντηλάκια από τα κλαδιά των δέντρων στον προαύλιο χώρο. Οι οικοδεσπότες Φιλία και Τάσσος μας ακριβοχαιρέτησαν και μας κάλεσαν στο εσωτερικό να μας κεράσουν κάτι, σαν να είμαστε γνώριμοι από καιρό.
Η έκπληξη ήταν ο χώρος του «Πετεινού Αλανιάρη» δεν είναι απλώς ένα εστιατόριο, είναι μια ζωντανή σκηνή, όπου η καθημερινότητα συναντά την τέχνη με τρόπο σχεδόν θεατρικό. Από την πρώτη στιγμή, το βλέμμα αιχμαλωτίζεται από τα έντονα χρώματα που κυριαρχούν στους τοίχους – θερμά κόκκινα, βαθιά ώχρα και πινελιές από μπλε, που θυμίζουν νησιώτικο ουρανό στο σούρουπο.
Οι τοίχοι λειτουργούν σαν καμβάς προσωπικής έκφρασης. Ζωγραφικές συνθέσεις, άλλοτε αφαιρετικές κι άλλοτε φιγούρες λαϊκής έμπνευσης, όλα δια χειρός της Φιλίας, ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε παλιά αντικείμενα που μοιάζουν να κουβαλούν ιστορίες άλλων εποχών. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, κάθε στοιχείο μοιάζει να έχει τοποθετηθεί με μια εσωτερική ανάγκη αφήγησης.
Ο φωτισμός είναι χαμηλός, σχεδόν μυσταγωγικός. Κίτρινες λάμπες και μικρά φωτιστικά δημιουργούν σκιές που κινούνται απαλά πάνω στις επιφάνειες, δίνοντας στον χώρο μια αίσθηση ζεστασιάς και οικειότητας. Είναι σαν να σε καλεί να καθίσεις, να χαλαρώσεις, να γίνεις μέρος της ιστορίας.Τα τραπέζια και οι καρέκλες, απλά και ξύλινα, φέρουν τα σημάδια του χρόνου όχι ως φθορά, αλλά ως μνήμη. Πάνω τους, μικρές λεπτομέρειες, όπως χειροποίητα διακοσμητικά ή κεραμικά, προσθέτουν μια διακριτική ποιητικότητα. Στο βάθος, ακούγεται μουσική κάτι ανάμεσα σε παλιό ρεμπέτικο και σύγχρονες μελωδίες που δένει αρμονικά με το περιβάλλον, ενισχύοντας την αίσθηση ότι ο χώρος αυτός δεν είναι στατικός, αλλά ζει και αναπνέει μαζί με τους ανθρώπους του.
Η Φιλία και ο Τάσσος δεν έχουν απλώς διαμορφώσει έναν χώρο εστίασης, έχουν δημιουργήσει ένα καταφύγιο αισθήσεων και αναμνήσεων, όπου το φαγητό συνοδεύεται από εικόνες, ήχους και συναισθήματα.
Για καλωσόρισμα η σούπα! Όχι μια κοινή γεύση αλλά μια γεύση πασπαλισμένη με μυρωδικά και καρυκεύματα μιας άλλης εποχής εκείνης των παιδικών μας χρόνων που παίζαμε ξυπόλυτοι στις αλάνες του χωριού, να όπως κι ο ολοπλούμιστος πετεινός της Φιλίας και του Τάσσου. Σαλάτες από σπανάκι,ραδίκι της εξοχής, φάβα αλλά και ταραμά φτιαγμένο με την τέχνη την αλλοτινή από τον Τάσσο – εκλεκτός στην τέχνη του, την τέχνη της μαγειρικής μιαςκαι σπούδασε και έχει μια εξαιρετική εμπειρία στην τέχνη των γεύσεων και της κρητικής κουζίνας.
Το τραπέζι γέμισε με εδέσματα και σπεσιαλιτέ του Τάσσου με το κρασάκι το ροζέ και με μπόλικη όρεξη γέλια και αστεία..αλλά και με ιστορίες..Όλες των ειδών οι γεύσεις ήταν στο τραπέζι μας … τι να πρωτοδοκιμάσεις και τι ν’ αφήσεις…Έδραξα την ευκαιρία και ρώτησα τον Τάσσο ποια είναι η «μικρή του πατρίδα» κι εκείνος φωτίστηκε, η ψυχή του ολάκερη καθρεφτίστηκε στα μάτια του… «έρχομαι από το όμορφο Λεβίδι Αρκαδίας, ένας τόπος όμορφος… ορεινός …..Μέσα στο έλατο στους πρόποδες του Μαίναλου. Μεγάλη υπόθεση να έχεις γεννηθεί στο βουνό και να ζήσεις στη θάλασσα!
Θυμάμαι τότε σαν ήμουν παιδί, κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος πολύ πριν.. η μάνα μου με ξυπνούσε για να ντυθώ γρήγορα και να πάω με τον πατέρα μου στο βουνό … τέσσερις ώρες περπατούσαμε με το γαϊδουράκι μας ώσπου να φθάσουμε στο βουνό γύρω στις έξι για ν’ αρχίσουμε τη δουλειά..
Όταν μεγαλώσεις στο βουνό, θα το βρεις μπροστά σου ως ευλογία στη ζωή σου. Εμπειρίες των παιδικών σου χρόνων σ΄ένα τόπο όμορφο – παράδεισο αληθινό, μικρή πατρίδα της ψυχής μου…» ένα δάκρυ κρυφά κύλισε στο μάγουλο του Τάσσου από την συγκίνηση της ανάμνησης.
Κι όταν η βροχή κόπασε και η νύχτα πια είχε απλώσει το μαύρο πέπλο της, η ζεστασιά της φιλοξενίας της Φιλίας και του Τάσσου έμεινε σαν γλυκιά επίγευση στην καρδιά μας. Στο τραπέζι τους, ανάμεσα σε απλά λόγια και αληθινά χαμόγελα, ένιωθες πως η ουσία της ζωής κρύβεται σε τέτοιες στιγμές: στην προσφορά, στη συντροφικότητα, στη σιωπηλή κατανόηση. Κι ύστερα, ο δρόμος της επιστροφής προς το Ηράκλειο δεν είχε πια τη μελαγχολία του αποχωρισμού, αλλά μια ήρεμη πληρότητα. Σαν να κουβαλούσαμε μαζί μας κάτι από τη γη που μας δέχτηκε και τους ανθρώπους που μας άνοιξαν το σπίτι τους — μια μικρή, φωτεινή υπόσχεση πως ό,τι αξίζει, δεν χάνεται απλώς μας ακολουθεί, σαν τ’ αρώματα της άνοιξης.
Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



