Το παρασκήνιο του ΟΧΙ: Όλα όσα είπε ο Ι. Μεταξάς στους δημοσιογράφους δύο 24ωρα μετά το ξέσπασμα του πολέμου - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Το παρασκήνιο του ΟΧΙ: Όλα όσα είπε ο Ι. Μεταξάς στους δημοσιογράφους δύο 24ωρα μετά το ξέσπασμα του πολέμου

28 Οκτωβρίου 2026 -

Έχουν περάσει μόλις δυο εικοσιτετράωρα από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Είναι Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 1940 και στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», στην πλατεία Συντάγματος, όπου έχει εγκατασταθεί το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς έχοντας πλήρη εικόνα για την κατάσταση που επικρατεί στο μέτωπο καλεί τους ιδιοκτήτες και τους αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων με τον όρο να μη διαρρεύσει τίποτα απ’ όσα θα τους πει. Η χώρα έχει εισέλθει σε μια δοκιμασία με απρόβλεπτη διάρκεια και έκβαση.

Μπροστά του, όπως αναφέρει η “Καθημερινή” σε ιστορικό αφιέρωμα με αφορμή την Εθνική Επέτειο, πάνω στο τραπέζι, βρίσκονται διπλωματικά έγγραφα που, όπως θα εξηγήσει αργότερα στους παρευρισκομένους, αποδεικνύουν ότι η ιταλική επίθεση ήταν προσχεδιασμένη. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας ο δικτάτορας πρωθυπουργός σκοπεύει να αποκαλύψει στους εκπροσώπους του Τύπου το παρασκήνιο των προηγούμενων μηνών και να τους εξηγήσει πώς οδηγήθηκε τελικά στην απόφαση να απορρίψει το τελεσίγραφο της Ρώμης τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου. Η εισαγωγή του είναι ασυνήθιστα ευθεία για έναν άνθρωπο που κυβερνά δικτατορικά τη χώρα από τον Αύγουστο του 1936:

«Κύριοι, έχω λογοκρισία και μπορώ να σας υποχρεώσω να γράψετε μόνον ό,τι θέλω. Αυτήν την ώρα όμως δεν θέλω μόνον την πένα σας. Θέλω και την ψυχή σας. Γι’ αυτό σας κάλεσα σήμερα για να μιλήσω με χαρτιά ανοικτά. Θα σας πω για τα πάντα».

Το παρασκήνιο του «OXI»: Οσα αποκάλυψε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο-1Την ημέρα της ενημέρωσης του Μεταξά προς τους δημοσιογράφους (30.10.1940) η «Καθημερινή» έφερνε στο φως τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι οι Ιταλοί είχαν τορπιλίσει την «Ελλη».

Η ομιλία αυτή, η οποία διασώθηκε σε στενογραφημένη καταγραφή, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια για την κατανόηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τις παραμονές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Ο Μεταξάς παρουσιάζει αναλυτικά τις διπλωματικές επαφές του με τη Γερμανία, τις απαιτήσεις που θεωρούσε ότι θα συνόδευαν μια προσχώρηση στον Αξονα και τις συνέπειες μιας πιθανής ελληνικής υποχώρησης. Παράλληλα, επιχειρεί να εξασφαλίσει την ενεργό υποστήριξη του Τύπου, τον οποίο το καθεστώς του είχε προηγουμένως θέσει υπό αυστηρό έλεγχο.

«Η απόφαση του “ΟΧΙ” δεν πάρθηκε σε μια στιγμή»

Ο Μεταξάς ξεκινά από ένα ζήτημα που θεωρεί απαραίτητο να αποσαφηνίσει. Η άρνηση του ιταλικού τελεσιγράφου, υποστηρίζει, δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας αντίδρασης. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος διπλωματικών προσπαθειών, στρατιωτικής προετοιμασίας και αναζήτησης τρόπων αποτροπής της σύγκρουσης.

«Μη νομίσετε ότι η απόφαση του “ΟΧΙ” πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή, ή ότι δεν έγινε παν το επιτρεπόμενο για να αποφύγουμε τον πόλεμο. Από την εποχή της κατάληψης της Αλβανίας, το Πάσχα πέρυσι (σ.σ. αρχές Απριλίου του 1939), το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα στον (σ.σ. Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα) κ. Γκράτσι ότι αν προσβάλλονταν τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα αντιστεκόμασταν, αντί πάσης θυσίας και με όλα τα μέσα».

Η κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία, τον Απρίλιο του 1939, είχε μεταβάλει δραματικά τη στρατηγική θέση της Ελλάδας. Η Ρώμη αποκτούσε πλέον άμεση στρατιωτική παρουσία στα βορειοδυτικά ελληνικά σύνορα, δημιουργώντας μια νέα απειλή για την Ηπειρο. Ο κίνδυνος είχε προστεθεί στις ήδη σοβαρές ανησυχίες της Αθήνας για τη Βουλγαρία, η οποία εξακολουθούσε να επιδιώκει διέξοδο στο Αιγαίο. Παρά τον έντονα αντικοινοβουλευτικό και αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είχε εγκαταλείψει τον παραδοσιακό στρατηγικό προσανατολισμό προς τη Βρετανία. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η έκταση των ακτογραμμών της και η εξάρτησή της από τις θαλάσσιες επικοινωνίες καθιστούσαν καθοριστική την ισχύ του βρετανικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο ιστορικός Αθανάσιος Σφήκας, στη μελέτη του «Doomed Neutrality: Greek Foreign Policy, 1936-1940», έχει αναδείξει αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις ιδεολογικές συγγένειες του μεταξικού καθεστώτος με στοιχεία των ευρωπαϊκών δικτατοριών και στις πραγματικές στρατηγικές ανάγκες της χώρας. Η Ελλάδα επιδίωκε να παραμείνει ουδέτερη, αλλά η ιταλική επεκτατικότητα περιόριζε διαρκώς τα περιθώρια εφαρμογής αυτής της πολιτικής.

Ο τορπιλισμός της «Ελλης» και η μυστική γνώση της Αθήνας

Ιδιαίτερη θέση στην ομιλία καταλαμβάνει ο τορπιλισμός του εύδρομου «Ελλη», στις 15 Αυγούστου 1940, στο λιμάνι της Τήνου. Το ελληνικό πολεμικό πλοίο είχε βρεθεί ως γνωστόν εκεί, για τον εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου, όταν δέχθηκε την τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου. Ο Μεταξάς αποκαλύπτει στους δημοσιογράφους ότι η κυβέρνησή του γνώριζε εξαρχής την ταυτότητα του επιτιθέμενου, αλλά είχε αποφασίσει να μην τη δημοσιοποιήσει.

Το παρασκήνιο του «OXI»: Οσα αποκάλυψε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο-2Ο Μεταξάς στην είσοδο της Βουλής το 1937 σε τελετή ορκωμοσίας Ταγμάτων Εργασίας με τους παρισταμένους να χαιρετούν φασιστικά.

«Στις 15 Αυγούστου έγινε ο τορπιλισμός της “Ελλης”. Γνωρίζετε ότι από την πρώτη στιγμή διαπιστώθηκε ότι το έγκλημα ήταν ιταλικό. Εν τούτοις δεν επιτρέψαμε να γίνει γνωστό ότι είχαμε και τις υλικές εκείνες αποδείξεις περί της εθνικότητας του εγκληματία» τόνισε χαρακτηριστικά. Η αποσιώπηση της ιταλικής ευθύνης υπήρξε συνειδητή κυβερνητική επιλογή. Η Αθήνα επιχειρούσε να αποτρέψει την περαιτέρω κλιμάκωση, αποφεύγοντας μια δημόσια καταγγελία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τη Ρώμη ως πρόσχημα για νέες εχθρικές ενέργειες. Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι είχε αποκλειστεί το ενδεχόμενο στρατιωτικής αντίδρασης.

Ο Μεταξάς περιγράφει τις εντολές που έδωσε αμέσως μετά τη βύθιση: «Διέταξα τα αντιτορπιλικά, τα οποία συνόδευαν τα πλοία που μετέφεραν τους προσκυνητές από την Τήνο, μετά το έγκλημα, αν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οποιοδήποτε άλλο, να κάνουν αμέσως χρήση των όπλων τους» θα πει. Η ελληνική στάση είχε επομένως δύο διαστάσεις: δημόσια αυτοσυγκράτηση και ετοιμότητα ένοπλης αντίδρασης σε νέα επίθεση. Η διάκριση αυτή ήταν ουσιαστική για την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποφύγει τον πόλεμο χωρίς να εγκαταλείψει την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας.

Σημειωτέον ότι την ίδια μέρα που γινόταν η ενημέρωση από τον πρωθυπουργό, Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 1940, η «Καθημερινή» κυκλοφορούμε με τίτλο «Η παγκόσμιος κοινή γνώμη συγκεκινημένη διά την ηρωικήν στάσιν της Ελλάδος – Διεπιστώθη κατά τον πλέον αναμφισβήτητον τρόπον ότι την “Έλλην” ετορπίλλισαν οι Ιταλοί και εν τούτοις οι άνανδροι πειραταί ισχυρίζοντο πεισμόνως ότι το ελληνικόν σκάφος εβυθίσθη υπό αγγλικού υποβρυχίου». Πέραν του σχετικού ανακοινωθέντος του Γενικού Επιτελείου του Βασιλικού Ναυτικού, δημοσιεύει και φωτογραφίες από τα θραύσματα της τορπίλης που έπληξε το εύδρομο καταδρομικό, όπου διακρίνονται τα σήματα του ιταλικού εργοστασίου που την κατασκεύασε.

Οι επαφές με τον Χίτλερ και η «Νέα Τάξη»

Μετά την αναφορά στην «Ελλη», ο Μεταξάς περνά σε ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ομιλίας. Αποκαλύπτει ότι επιχείρησε να αξιοποιήσει τη γερμανική επιρροή προκειμένου να συγκρατήσει τις ιταλικές επιδιώξεις. «Θα σας αποκαλύψω τώρα ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθεί καταλλήλως το Βερολίνο. Μου διαμηνύθηκε εκ μέρους του Χίτλερ η σύσταση να αποφύγω οποιοδήποτε μέτρο που μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση από τους Ιταλούς» σημειώνει. Η συμβουλή αυτή δεν καθησύχασε τον Ελληνα πρωθυπουργό. Αντίθετα, όπως εξηγεί, τον έκανε να αντιληφθεί ότι η Γερμανία δεν ήταν διατεθειμένη να προσφέρει σαφείς εγγυήσεις για την ελληνική ασφάλεια.

Γερμανικά διπλωματικά έγγραφα του 1940, που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Documents on German Foreign Policy», επιβεβαιώνουν ότι η Αθήνα είχε αναζητήσει επανειλημμένα τη μεσολάβηση του Βερολίνου, προκειμένου να αποτρέψει μια ενδεχόμενη ιταλική επίθεση. Ηδη από τις αρχές Ιουνίου, ο Μεταξάς είχε επιχειρήσει, μέσω ανεπίσημου διαύλου και συγκεκριμένα μέσω στελέχους της Rheinmetall-Borsig, μιας από τις σημαντικότερες γερμανικές πολεμικές βιομηχανίες της εποχής, να εξασφαλίσει την παρέμβαση του Ράιχ προς τη Ρώμη, ζητώντας ουσιαστικά εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Το παρασκήνιο του «OXI»: Οσα αποκάλυψε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο-3Τρία χαρακτηριστικά φωτογραφικά στιγμιότυπα της εποχής από την «Καθημερινή» της 31ης Οκτωβρίου 1940.

Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν και τον Αύγουστο, όταν ο Ελληνας πρεσβευτής στο Βερολίνο, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ζήτησε από τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών, Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ, να μεσολαβήσει για την αποκλιμάκωση της ελληνοϊταλικής κρίσης. Η απάντηση ήταν αρνητική. Η γερμανική ηγεσία απέφυγε να αναλάβει δεσμεύσεις για την προστασία της Ελλάδας, υποδεικνύοντας στην Αθήνα να επιδιώξει απευθείας συνεννόηση με την Ιταλία προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της. Γινόταν έτσι ολοένα σαφέστερο στον Μεταξά ότι το Βερολίνο δεν επρόκειτο να εμποδίσει αποφασιστικά τις επεκτατικές επιδιώξεις του Μουσολίνι.

Ο Μεταξάς συνεχίζει να εξιστορεί στους δημοσιογράφους το χρονικό των ανεπίσημων συνεννοήσεων υπογραμμίζοντας: «Ομολογώ ότι εμπρός στη φοβερή ευθύνη της ανάμειξης της Ελλάδας σε τέτοιο μάλιστα πόλεμο, έκρινα πως καθήκον μου ήταν να προφυλάξω τον τόπο από αυτόν, με κάθε τρόπο, ο οποίος όμως θα συμβιβαζόταν με τα γενικότερα συμφέροντα του Εθνους». Και προσθέτει: «Σε σχετικές βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνση του Αξονα, μου δόθηκε να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύση ήταν η εκούσια προσχώρηση της Ελλάδας στη “Νέα Τάξη”. Προσχώρηση που θα γινόταν λίαν ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ ως “εραστή του ελληνικού πνεύματος”».

Η «Νέα Τάξη» ήταν ο όρος με τον οποίο η ναζιστική Γερμανία περιέγραφε την αναδιοργάνωση της Ευρώπης υπό την κυριαρχία της. Για την Αθήνα, μια τέτοια προσχώρηση θα συνεπαγόταν την εγκατάλειψη της ουδετερότητας και την πολιτική ένταξη στη γερμανοϊταλική σφαίρα επιρροής. Ο Μεταξάς, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η πραγματική δυσκολία βρισκόταν στους όρους αυτής της επιλογής.

«Να γίνουμε εθελοντές δούλοι»

Σύμφωνα με όσα περιγράφει, η προσχώρηση στον Αξονα προϋπέθετε την προηγούμενη διευθέτηση των εδαφικών διαφορών της Ελλάδας με τις γειτονικές χώρες. Πίσω από τη διπλωματική αυτή διατύπωση κρύβονταν, κατά τον ίδιο, απαιτήσεις που απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. «Μου δόθηκε να καταλάβω ότι η ένταξη στη “Νέα Τάξη” προϋπέθετε προκαταρκτική άρση όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονές μας. Και ναι μεν αυτό θα συνεπαγόταν φυσικά κάποιες θυσίες για την Ελλάδα, αλλά οι θυσίες αυτές θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως ασήμαντες μπροστά στα οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα τα οποία θα είχε για την Ελλάδα η “Νέα Τάξη” στην Ευρώπη και στη Βαλκανική».

Αναφέρει επιπροσθέτως ότι επιδίωξε να πληροφορηθεί ποιο ακριβώς θα ήταν το τίμημα. Οι απαντήσεις που λάμβανε, σύμφωνα με την αφήγησή του, παρέμεναν ασαφείς. Τελικά, σύμφωνα πάντα με τη δική του αφήγηση, του δόθηκε να καταλάβει ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να αποδεχθεί εδαφικές παραχωρήσεις προς την Ιταλία, δυτικά μέχρι την Πρέβεζα, και ενδεχομένως προς τη Βουλγαρία, ανατολικά μέχρι την Αλεξανδρούπολη, την οποία ο ίδιος αναφέρει με την παλαιότερη ονομασία της, Δεδέαγατς.

Ο ίδιος παρουσιάζει το δίλημμα με σκληρές εκφράσεις: «Δηλαδή θα έπρεπε για να αποφύγουμε τον πόλεμο να γίνουμε εθελοντές δούλοι και να πληρώσουμε αυτή την τιμή με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδας προς ακρωτηριασμό από την Ιταλία και του αριστερού προς ακρωτηριασμό από τη Βουλγαρία». Για τον Μεταξά, η αποδοχή αυτών των όρων θα οδηγούσε σε εθνική υποδούλωση με τη συγκατάθεση της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης. Η αποφυγή του πολέμου θα είχε επιτευχθεί με τίμημα την παραχώρηση εδαφών και την απώλεια της δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής.

Ο φόβος της βρετανικής επέμβασης στην Κρήτη

Εκρινε παράλληλα ότι, εάν η Ελλάδα αποφάσιζε να συνταχθεί με τη ναζιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία, θα προκαλούσε την άμεση αντίδραση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία βρισκόταν ήδη σε πόλεμο μαζί τους. Ο λόγος ήταν κυρίως στρατηγικός και συνδεόταν με τη γεωγραφική θέση της χώρας μας. Τα πολυάριθμα νησιά του Αιγαίου και κυρίως η Κρήτη είχαν τεράστια σημασία για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Εάν η Αθήνα προσχωρούσε στον Αξονα, οι Γερμανοί και οι Ιταλοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ελληνικά λιμάνια, αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις ως ορμητήρια για επιχειρήσεις εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας, απειλώντας τις θαλάσσιες οδούς ανεφοδιασμού της και τις δυνάμεις που διατηρούσε στην Αίγυπτο.

Το παρασκήνιο του «OXI»: Οσα αποκάλυψε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο-4Ο Ιωάννης Μεταξάς φωτογραφημένος το 1937.

Οπως θα πει ο Μεταξάς: «Φυσικά δεν ήταν δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδας. Και με το δίκιο τους. Κυρίαρχοι πάντοτε της θάλασσας δεν θα παρέλειπαν, υπερασπιζόμενοι τους εαυτούς τους, έπειτα από μια τέτοια αυτοδούλωση της Ελλάδας στους εχθρούς τους, να καταλάβουν την Κρήτη και τα άλλα μας νησιά τουλάχιστον». Ο Ελληνας πρωθυπουργός δεν παρουσίαζε αυτό το ενδεχόμενο ως μια απλή θεωρητική εκτίμηση. Υποστήριζε ότι διέθετε συγκεκριμένες πληροφορίες από την Αίγυπτο, όπου οι Βρετανοί διατηρούσαν ισχυρή στρατιωτική παρουσία, σύμφωνα με τις οποίες είχε ήδη εξεταστεί το ενδεχόμενο επέμβασης σε ελληνικά νησιά, εφόσον η Ελλάδα συνεργαζόταν με τον Αξονα. Οπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυπτε μόνο από την πιο απλή λογική, αλλά και από ασφαλείς και βέβαιες πληροφορίες από την Αίγυπτο».

Οι Βρετανοί, επιχειρώντας να προστατεύσουν τις στρατηγικές τους θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, θα μπορούσαν να καταλάβουν ελληνικά νησιά, ενώ η Ιταλία και η Βουλγαρία θα επιδίωκαν την ίδια ώρα να εξασφαλίσουν τις δικές τους εδαφικές διεκδικήσεις. Ετσι, μια απόφαση που θα παρουσιαζόταν ως προσπάθεια αποτροπής του πολέμου θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει στον διαμελισμό της Ελλάδας. «Δεν μπορώ αφετέρου να μην παραδεχθώ ότι σε μια τέτοια περίπτωση το δίκιο δεν θα βρισκόταν με το μέρος της κυβέρνησης, η οποία για να προφυλάξει τον λαό από τον πόλεμο θα τον καταδίκαζε σε εθελούσια υποδούλωση, μετά εθνικού ακρωτηριασμού».

Οι τρεις Ελλάδες και ο εφιάλτης του 1916

Οι ανησυχίες αυτές οδηγούσαν τον Μεταξά σε ένα ακόμη συμπέρασμα: ότι μια ενδεχόμενη υποχώρηση απέναντι στον Αξονα θα μπορούσε να προκαλέσει νέο Εθνικό Διχασμό, ακόμη βαθύτερο από εκείνον του 1916, όταν η σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και στον Ελευθέριο Βενιζέλο για τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε οδηγήσει στη δημιουργία δύο ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Κατά τον πρωθυπουργό, η αποδοχή των απαιτήσεων του Αξονα θα μπορούσε να προκαλέσει μια ακόμη χειρότερη κατάσταση, αφού τώρα «θα δημιουργούνταν όχι δύο, όπως το 1916, αλλά τρεις αυτή τη φορά Ελλάδες».

Η πρώτη θα ήταν η επίσημη Ελλάδα των Αθηνών, με μια κυβέρνηση που θα είχε συναινέσει στον εθνικό ακρωτηριασμό. Η δεύτερη θα ήταν εκείνη που ονομάζει «πραγματική Ελλάδα», δηλαδή η μεγάλη πλειονότητα της κοινής γνώμης, η οποία, κατά την εκτίμησή του, δεν θα αποδεχόταν την εκούσια υποδούλωση της χώρας. «Τρίτη, τέλος, θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάδα, η Ελλάδα την οποία δεν θα παρέλειπαν να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκληση του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Ελληνες υπό την κάλυψη του βρετανικού στόλου, στην Κρήτη και στα άλλα νησιά». Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο ίδιος ο δικτάτορας αναγνωρίζει ότι μια ενδεχόμενη αντιπολιτευτική κυβέρνηση θα μπορούσε να διαθέτει ισχυρότερο εθνικό έρεισμα από το επίσημο καθεστώς των Αθηνών, εφόσον το τελευταίο είχε συναινέσει στην παραχώρηση ελληνικών εδαφών.

«Οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν»

Παρά τη σοβαρότητα της στρατιωτικής κατάστασης πάντως, ο Μεταξάς εμφανίζεται βέβαιος για την τελική ήττα της Γερμανίας. Η εκτίμησή του έχει ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η συγκυρία. Τον Οκτώβριο του 1940 η ναζιστική Γερμανία είχε κατακτήσει την Πολωνία, τη Δανία, τη Νορβηγία, τις Κάτω Χώρες και τη Γαλλία, ενώ ως κύριος ευρωπαϊκός αντίπαλός της είχε απομείνει μονάχα η Μεγάλη Βρετανία. «Πιστεύω ακράδαντα ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας. Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορούν να νικήσουν. Υπάρχουν πολλά εμπόδια» σημείωσε.

Το παρασκήνιο του «OXI»: Οσα αποκάλυψε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο-5Τον χαιρετισμό του «αρχηγού της κυβερνήσεως» Ι. Μεταξά φιλοξενεί η «Καθημερινή» στην πρώτη σελίδα στις 29 Οκτωβρίου 1940.

Στην ανάλυσή του επικαλείται την αντοχή του Λονδίνου, τη στάση της Τουρκίας και τον κίνδυνο ευρύτερης επέκτασης του πολέμου. Αναφέρεται ιδιαίτερα στη Δουνκέρκη, όπου την άνοιξη του 1940 οι βρετανικές και άλλες συμμαχικές δυνάμεις είχαν κατορθώσει να εκκενώσουν μεγάλο μέρος του εκστρατευτικού τους σώματος από τις γαλλικές ακτές. «Ο καιρός όμως δεν δουλεύει για τον Αξονα. Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Για τη Γερμανία η νίκη θα ήταν σε κάθε περίπτωση δυνατή μόνο με κοσμοκρατορία. Αλλά η κοσμοκρατορία για τη Γερμανία κατέστη οριστικά αδύνατη στη Δουνκέρκη».

Η πρόβλεψη αυτή συνδυάζεται με την πεποίθηση ότι ο πόλεμος δεν θα περιοριζόταν στην Ευρώπη. Ο Μεταξάς αναφέρεται στον αγγλοσαξονικό κόσμο και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο απρόβλεπτων εξελίξεων στην Ανατολή. Κι όλα αυτά ειπωμένα με την οπτική των γεγονότων έως και τον Οκτώβριο του 1940. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν ακόμη εισέλθει στον πόλεμο, ενώ η Γερμανία και η Σοβιετική Ενωση διατηρούσαν το μεταξύ τους σύμφωνο μη επίθεσης που είχε υπογραφεί τον Αύγουστο του 1939 (Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ). Για την ιστορία, η γερμανική εισβολή στην ΕΣΣΔ θα ακολουθούσε τον Ιούνιο του 1941 και η είσοδος των Ηνωμένων Πολιτειών τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Από την πολιτική του Κωνσταντίνου στην πολιτική του Βενιζέλου

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές της συνάντησης είναι η αναφορά του Μεταξά στους δύο μεγάλους αντιπάλους του Εθνικού Διχασμού. Απευθύνεται στους παρευρισκομένους και ρωτά αν υπάρχει κάποιος αδιάλλακτος αντιβενιζελικός στην αίθουσα. Σύμφωνα με τη στενογραφημένη καταγραφή, ο δημοσιογράφος Νικόλαος Κρανιωτάκης δηλώνει ότι ο ίδιος είναι. Ο Μεταξάς σε εκείνο το σημείο αναλύει τη μεταβολή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: «Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, τήρησα μέχρι σήμερα την πολιτική του αείμνηστου βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτική της ουδετερότητας. Εκανα το παν για να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της σύγκρουσης των μεγάλων κολοσσών. Ηδη, μετά την άδικη επίθεση της Ιταλίας, η πολιτική που ακολουθώ είναι η πολιτική του αείμνηστου Βενιζέλου».

Η αναφορά στον Βενιζέλο είναι αξιοσημείωτη αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Μεταξάς υπήρξε ιστορικά συνδεδεμένος με τον αντιβενιζελικό χώρο, ενώ η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε καταργήσει το κοινοβουλευτικό σύστημα που ο Βενιζέλος είχε υπηρετήσει. Τώρα, όμως, αναγνωρίζει ότι η στρατηγική επιλογή της συμπόρευσης με τη Βρετανία αντιστοιχούσε στην πολιτική του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου. «Διότι είναι η πολιτική συνταυτισμού της Ελλάδας με την τύχη της δύναμης, για την οποία η θάλασσα είναι ανέκαθεν, όπως και για την Ελλάδα, όχι το εμπόδιο που χωρίζει, αλλά η υγρή λεωφόρος που συνδέει».

«Η Ελλάς δεν πολεμά για τη νίκη. Πολεμά για τη Δόξα»

Παραδέχεται ταυτόχρονα ότι η Ιταλία, που μόλις έχει επιχειρήσει να εισβάλει από την ελληνοαλβανική συνοριογραμμή, αποτελεί μεγάλη στρατιωτική δύναμη και ότι η Ελλάδα ενδέχεται να αντιμετωπίσει εξαιρετικά δυσμενείς εξελίξεις. Αναφέρεται μάλιστα στην έκπληξή του όταν πληροφορήθηκε ότι τα αεροσκάφη που πραγματοποίησαν την πρώτη εχθρική επιδρομή ήταν αποκλειστικά ιταλικά. Η παρατήρηση φανερώνει ότι είχε εξετάσει το ενδεχόμενο ταυτόχρονης ή άμεσης γερμανικής συμμετοχής.

Εν συνεχεία διατυπώνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία ολόκληρης της ομιλίας του: «Η Ελλάς δεν πολεμά για τη νίκη. Πολεμά για τη Δόξα. Και για την Τιμή της. Εχει υποχρέωση προς τον εαυτό της να μείνει άξια της Ιστορίας». Και εξηγεί: «Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλει να μείνει μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήσει, έστω και χωρίς καμιά ελπίδα νίκης. Μόνο γιατί πρέπει». Η διατύπωση αυτή συνοψίζει τον τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να παρουσιαστεί η ελληνική απόφαση. Η κυβέρνηση είχε αναζητήσει τρόπους αποφυγής της σύγκρουσης, αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί όρους που θεωρούσε ασυμβίβαστους με την εθνική ανεξαρτησία.

Το παρασκήνιο του «OXI»: Οσα αποκάλυψε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο-6Η «Καθημερινή» την 1η Νοεμβρίου 1940 συνιστά στους αναγνώστες να προσέχουν «την προπαγάνδαν των φίλων του εχθρού» όπως γράφει χαρακτηριστικά στο πάνω μέρος της εφημερίδας.

Η επιλογή της αντίστασης, ωστόσο, είχε και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση. Η ιταλική εισβολή προκάλεσε γενικευμένη συσπείρωση, που ξεπερνούσε τους πολιτικούς διαχωρισμούς της προηγούμενης περιόδου. Ο Μεταξάς το αναγνωρίζει όταν αναφέρει ότι η στάση της χώρας είχε προσφέρει στον ελληνικό λαό την «απόλυτη ψυχική και πανεθνική ένωσή του».

Γιατί δεν προχώρησε νωρίτερα σε γενική επιστράτευση

Προς το τέλος της ομιλίας προχωρεί σε μια ακόμη σημαντική αποκάλυψη. Εξηγεί ότι είχε αρνηθεί να διατάξει γενική επιστράτευση πριν από την ιταλική επίθεση, παρά τις επανειλημμένες εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου. «Δεν σας κρύβω, κύριοι, ότι η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίες μεγάλες. Για να μη δώσω ευκαιρία προς την επιζητούμενη διά παντός τρόπου αφορμή κατασυκοφάντησής μας, βρέθηκα υποχρεωμένος να πάρω μια απόφαση εξόχως σοβαρή. Να μην κάνω επιστράτευση όταν από καιρού τη ζητούσε και εξακολούθησε επανειλημμένα να μου ζητά το Επιτελείο» θα πει.

Η απόφαση αυτή είχε στρατιωτικό κόστος, το οποίο ο ίδιος δεν επιχειρεί να αποκρύψει: «Ο ιταλικός όγκος λοιπόν βρήκε απέναντί του δυνάμεις πολύ ασθενείς, τουλάχιστον για την κρούση των πρώτων ημερών». Η παραδοχή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ήταν στρατιωτικά απροετοίμαστη. Κάθε άλλο. Είχαν προηγηθεί εξοπλιστικές προσπάθειες, οχυρωματικά έργα και αμυντικός σχεδιασμός. Η μη έγκαιρη γενική επιστράτευση, όμως, επηρέαζε τη διαθέσιμη δύναμη στις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης. Ηθελε όμως να αποφύγει κάθε ελληνική ενέργεια που η Ιταλία θα μπορούσε να επικαλεστεί για να εμφανίσει την επίθεσή της ως απάντηση σε προηγούμενη πρόκληση.

Η αποστολή που αναθέτει στους δημοσιογράφους

Εχοντας παρουσιάσει τις διεθνείς συνθήκες και τις αποφάσεις της κυβέρνησής του, ο Μεταξάς επιστρέφει εν τέλει στον κύριο λόγο για τον οποίο συγκάλεσε τη συνάντηση. Θέλει οι δημοσιογράφοι να υποστηρίξουν την πολεμική προσπάθεια και να συμβάλουν στη διατήρηση του ηθικού της κοινωνίας. «Ο ρόλος σας είναι σήμερα μεγάλος και επισημότατος. Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνει, γιατί αλλιώς αδύνατον να φανείτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντός σας, το οποίο είναι να συντηρήσετε την ιερή φλόγα του ελληνικού λαού, να βοηθήσετε τον μαχόμενο στρατό, να υπάρξετε συνεργάτες της κυβέρνησης, ό,τι και αν αισθάνεστε γι’ αυτή».

Η τελευταία φράση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Γνωρίζει ότι ανάμεσα στους δημοσιογράφους υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμμερίζονται τις απόψεις του και δεν υποστηρίζουν το καθεστώς του. Τους ζητά, ωστόσο, να θέσουν τις διαφωνίες τους σε δεύτερη μοίρα όσο διαρκεί η πολεμική αναμέτρηση. «Πρέπει να πιστέψετε εσείς, για να μπορέσετε να μεταδώσετε την πίστη σας στο κοινό σας, μολονότι αυτή τη φορά έχουμε όλοι μας να πάρουμε από τον ελληνικό λαό και από το απερίγραπτο θάρρος του, και όχι να δώσουμε» σημειώνει.

Η αναφορά στα Δωδεκάνησα και η φράση που έμεινε ανολοκλήρωτη

Στην τελευταία ενότητα της καταγεγραμμένης ομιλίας, ο Μεταξάς αναφέρεται στις προοπτικές που θεωρεί ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει για την Ελλάδα μια ενδεχόμενη συμμαχική νίκη. «Ξέρω με βεβαιότητα ότι από τη φοβερή αυτή δοκιμασία η Ελλάδα θα υποφέρει. Ξέρω επίσης με βεβαιότητα ότι τελικώς θα εξέλθει, όχι μόνο ένδοξη, αλλά και μεγαλύτερη» τους λέει, κάνοντας αναφορά σε τηλεγράφημα του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ, το οποίο είχε δημοσιευτεί εκείνη την ημέρα στις ελληνικές εφημερίδες.

Το βρετανικό μήνυμα εξέφραζε την υποστήριξη προς την Ελλάδα και υποσχόταν βοήθεια στον αγώνα εναντίον του κοινού εχθρού. Ο Μεταξάς, όμως, του αποδίδει μια πρόσθετη διπλωματική σημασία, συνδέοντάς το με το ζήτημα των Δωδεκανήσων, τα οποία βρίσκονταν ακόμη υπό ιταλική κυριαρχία. Υποστηρίζει ότι στο τηλεγράφημα μπορεί κανείς να διακρίνει την «επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας διά τα Δωδεκάνησα». Το εντυπωσιακό είναι ότι η στενογραφημένη καταγραφή σταματά ενώ ο Μεταξάς εξακολουθεί να μιλά. Τα τελευταία λόγια που διασώζονται είναι: «Και κάτι άλλο. Τα Δωδεκάνησα προδικάζουν…».

Στο σημείο αυτό το κείμενο του επίσημου στενογράφου διακόπτεται. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πώς ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο πρωθυπουργός ή τι άλλο ανέφερε στους δημοσιογράφους. Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων θα γινόταν πραγματικότητα λίγα χρόνια αργότερα. Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, που υπογράφηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1947, η Ιταλία εκχώρησε τα νησιά στην Ελλάδα, ενώ η επίσημη τελετή ενσωμάτωσής τους πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 1948.