Η κρίση των Θεσμών και η περιπέτεια της Δημοκρατίας
«οὐκ ἔτι τοὺς βελτίστους ἐπὶ τὰ πράγματα καθίσταμεν, ἀλλὰ τοὺς θρασυτάτους καὶ τοὺς πλείστους ἐξαπατῆσαι δυναμένους.»
«Δεν αναθέτουμε πλέον τα δημόσια πράγματα στους καλύτερους, αλλά στους πιο θρασείς και σε εκείνους που μπορούν να εξαπατήσουν τους περισσότερους.»
[Ο «Αρεοπαγητικός» του Ισοκράτη]
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες οι κοινωνίες μοιάζουν να χάνουν τον εσωτερικό τους προσανατολισμό. Δεν καταρρέουν από την έλλειψη πλούτου, ούτε από την απουσία νόμων, ούτε ακόμη από την αδυναμία των θεσμών τους. Καταρρέουν όταν απομακρύνονται από την αλήθεια της ύπαρξής τους, όταν λησμονούν τις αρχές που τους έδωσαν συνοχή, νόημα και προοπτική. Τότε η πολιτική παύει να είναι διακονία του κοινού αγαθού και μετατρέπεται σε διαχείριση συμφερόντων, η εξουσία χάνει τον παιδευτικό της χαρακτήρα και γίνεται μηχανισμός επιβολής, ο πολίτης εγκαταλείπει την ευθύνη της συμμετοχής και περιορίζεται στον ρόλο του απαιτητικού θεατή.
Η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι, κατά μία έννοια, η ιστορία της διαρκούς πάλης ανάμεσα στην αρετή και την ύβρη, ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη. Κάθε πολιτισμός γεννιέται από ένα όραμα δικαιοσύνης, αλλά κινδυνεύει να αφανιστεί όταν η ευημερία γεννήσει αυτάρκεια και η αυτάρκεια αδιαφορία. Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν βαθιά αυτή την αλήθεια. Για αυτούς, η πόλις δεν ήταν απλώς ένας γεωγραφικός χώρος ούτε ένας διοικητικός μηχανισμός. Ήταν ένας ζωντανός οργανισμός, μια κοινότητα προσώπων που συνδεόταν με δεσμούς ευθύνης, μνήμης και κοινού προορισμού.
Ο άνθρωπος, κατά την ελληνική σκέψη, ολοκληρώνεται μέσα στην πόλη. Η πολιτική δεν ήταν μια τεχνική εξουσίας αλλά μία μορφή ηθικής πράξης. Γι’ αυτό και η κρίση της πολιτικής δεν αποτελεί ποτέ αποκλειστικά πολιτικό φαινόμενο, είναι πάντοτε κρίση ανθρωπολογική και πνευματική. Όταν αλλοιώνεται το ήθος των πολιτών, νοσούν και οι θεσμοί. Όταν εκλείπει η αρετή, οι νόμοι αδυνατούν να συγκρατήσουν την αποσύνθεση. Όταν κυριαρχεί η ιδιοτέλεια, ακόμη και οι πιο ευγενείς δημοκρατικές κατακτήσεις μετατρέπονται σε κενά σχήματα.
Μέσα σε αυτή τη διαχρονική προβληματική αναδύεται η φωνή του Ισοκράτη. Ο «Αρεοπαγητικός» δεν είναι απλώς ένας πολιτικός λόγος της κλασικής αρχαιότητας, είναι μια βαθιά φιλοσοφική αναζήτηση των αιτίων που οδηγούν μια κοινωνία από την ακμή στην παρακμή. Είναι ένας στοχασμός πάνω στη σχέση ελευθερίας και ευθύνης, νόμου και ήθους, εξουσίας και αρετής. Ο Ισοκράτης δεν αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους ούτε εύκολες λύσεις,αναζητά την πηγή της κρίσης μέσα στην ίδια την ψυχή της πόλης.
Διαβάζοντας σήμερα τον «Αρεοπαγητικό», δεν συναντούμε μόνο την Αθήνα του τέταρτου αιώνα π.Χ. Συναντούμε κάθε κοινωνία που δοκιμάζεται από τη δημαγωγία, την αποδυνάμωση των θεσμών, την υποχώρηση της παιδείας και την απαξίωση της αρετής. Συναντούμε, τελικά, τον διαχρονικό αγώνα του ανθρώπου να οικοδομήσει μια πολιτεία αντάξια της ελευθερίας του. Γιατί το μεγάλο ερώτημα που διατρέχει το έργο δεν αφορά μόνο το παρελθόν: πώς μπορεί μια κοινωνία να παραμείνει ελεύθερη χωρίς να χάσει την ψυχή της;
Αυτό το ερώτημα αποτελεί την αφετηρία κάθε σοβαρού πολιτικού στοχασμού και την καρδιά του ισοκρατικού οράματος για μια πολιτεία όπου η δύναμη των νόμων στηρίζεται στη δύναμη του ήθους και όπου η δημοκρατία δεν είναι απλώς πολίτευμα, αλλά τρόπος ζωής και άσκηση αρετής.
Ο «Αρεοπαγητικός» του Ισοκράτη δεν αποτελεί απλώς ένα πολιτικό κείμενο της κλασικής αρχαιότητας,είναι μια βαθιά αγωνιώδης κραυγή για την παρακμή των θεσμών, για την αλλοίωση του πολιτικού ήθους και για την επικίνδυνη απόσταση που μπορεί να χωρίσει μια κοινωνία από τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε. Μέσα από τις σελίδες του αναδύεται ένας στοχαστής που δεν περιορίζεται στην καταγραφή των προβλημάτων της εποχής του, αλλά αναζητά τις βαθύτερες αιτίες που οδηγούν τους λαούς στην ηθική και πολιτική έκπτωση.
Ο Ισοκράτης έζησε σε μια εποχή όπου η Αθήνα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές της από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οι μνήμες της δόξας συνυπήρχαν με την πραγματικότητα της αποδυνάμωσης. Η πόλη που κάποτε αποτελούσε πρότυπο πολιτικής οργάνωσης και πνευματικής ακμής έβλεπε πλέον να αναπτύσσονται φαινόμενα δημαγωγίας, ιδιοτέλειας και κοινωνικής αποσύνθεσης. Ο ρήτορας αντιλαμβανόταν ότι η κρίση δεν ήταν πρωτίστως οικονομική ή στρατιωτική. Ήταν κρίση αξιών.
Η κεντρική θέση του έργου είναι ότι η ευημερία μιας πολιτείας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους νόμους που διαθέτει, αλλά από το ήθος των ανθρώπων που τους εφαρμόζουν. Οι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν μόνο όταν στηρίζονται σε πολίτες που έχουν συναίσθηση του καθήκοντος και αίσθηση ευθύνης απέναντι στο κοινό καλό. Όταν αυτή η ηθική βάση διαβρωθεί, τότε ακόμη και οι καλύτεροι νόμοι μετατρέπονται σε άδεια κελύφη.
Η σκέψη αυτή παρουσιάζει εντυπωσιακή επικαιρότητα. Οι σύγχρονες κοινωνίες συχνά αναζητούν τη λύση των προβλημάτων τους μέσα από νέες νομοθεσίες, διοικητικές μεταρρυθμίσεις ή τεχνοκρατικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, ο Ισοκράτης θα υποστήριζε ότι καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποδώσει καρπούς όταν λείπει η ηθική συγκρότηση των πολιτών και των ηγετών. Η πολιτική παρακμή δεν γεννιέται στα κοινοβούλια αλλά στις συνειδήσεις.
Στον «Αρεοπαγητικό» αναδεικνύεται επίσης η σημασία της παιδείας. Ο Ισοκράτης θεωρεί ότι η πολιτική αρετή δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό αλλά αποτέλεσμα μακράς καλλιέργειας. Η πόλη οφείλει να μορφώνει ανθρώπους που να γνωρίζουν όχι μόνο τα δικαιώματά τους αλλά και τις υποχρεώσεις τους. Η παιδεία δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων, αποτελεί διαδικασία διαμόρφωσης χαρακτήρων.
Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε εποχές όπου η πληροφορία αφθονεί αλλά η σοφία σπανίζει. Η δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση δεν συνεπάγεται αυτόματα και την ανάπτυξη πολιτικής κρίσης. Αντίθετα, συχνά η υπερπληροφόρηση δημιουργεί σύγχυση, ενισχύει τον λαϊκισμό και καθιστά τους πολίτες ευάλωτους σε κάθε μορφή χειραγώγησης. Ο Ισοκράτης θα έβλεπε σε αυτό ένα ακόμη σύμπτωμα της κρίσης της παιδείας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κριτική του προς τη δημαγωγία. Ο ρήτορας διαπιστώνει ότι οι πολιτικοί συχνά επιδιώκουν την εύνοια του πλήθους όχι μέσω της αλήθειας αλλά μέσω ευχάριστων υποσχέσεων. Η εξουσία μετατρέπεται σε θέαμα και η πολιτική σε τέχνη εντυπωσιασμού. Οι ηγέτες παύουν να καθοδηγούν τον λαό και αρχίζουν να τον κολακεύουν.
Η διαπίστωση αυτή αγγίζει έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους κάθε δημοκρατίας. Όταν το πολιτικό κριτήριο αντικαθίσταται από τη δημοφιλία, τότε η ποιότητα της ηγεσίας υποχωρεί. Οι ικανότεροι και συνετότεροι άνθρωποι παραμερίζονται, ενώ αναδεικνύονται όσοι διαθέτουν μεγαλύτερη ικανότητα επικοινωνιακής επιρροής. Έτσι, η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό επιβράβευσης της επιφανειακότητας.
Ο Ισοκράτης δεν απορρίπτει τη δημοκρατία. Αντίθετα, επιχειρεί να τη διασώσει από τις παθογένειές της. Υποστηρίζει ότι η αληθινή δημοκρατία προϋποθέτει αυτοπειθαρχία, σεβασμό προς τους νόμους και συνειδητή συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Δεν αρκεί να υπάρχει ελευθερία, απαιτείται και υπευθυνότητα. Διαφορετικά, η ελευθερία εκφυλίζεται σε ασυδοσία.
Η έννοια της ευθύνης διαπερνά ολόκληρο το έργο. Ο πολίτης δεν είναι απλός θεατής των πολιτικών εξελίξεων,είναι συμμέτοχος και συνδημιουργός τους. Η παρακμή της πολιτείας δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των κυβερνώντων αλλά και εκείνων που ανέχονται ή ενισχύουν τις λανθασμένες πρακτικές. Αυτή η θεώρηση μεταφέρει το κέντρο βάρους από την καταγγελία στην αυτοκριτική.
Στο κοινωνικό επίπεδο, ο «Αρεοπαγητικός» αναδεικνύει τη σημασία της συνοχής. Μια κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει όταν κυριαρχεί η δυσπιστία μεταξύ των μελών της. Η αλληλεγγύη, η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός αποτελούν θεμέλια εξίσου σημαντικά με τους θεσμούς. Όταν οι πολίτες παύουν να αισθάνονται ότι ανήκουν σε μια κοινότητα κοινού πεπρωμένου, τότε αρχίζει η διαδικασία διάλυσης του κοινωνικού ιστού.
Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από έντονο ατομικισμό. Η προσωπική επιτυχία συχνά προβάλλεται ως υπέρτατος στόχος, ενώ η έννοια του συλλογικού συμφέροντος φαίνεται να υποχωρεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φωνή του Ισοκράτη αποκτά σχεδόν προφητικό χαρακτήρα. Υπενθυμίζει ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει τη συνοχή της όταν κάθε πολίτης ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Ένα ακόμη στοιχείο που καθιστά το έργο διαχρονικό είναι η σύνδεση πολιτικής και ηθικής. Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση οι δύο έννοιες συχνά αντιμετωπίζονται ως διαφορετικοί κόσμοι. Ο Ισοκράτης, αντίθετα, θεωρεί ότι η πολιτική χωρίς ηθική μετατρέπεται σε διαχείριση συμφερόντων. Η εξουσία αποκτά νόημα μόνο όταν υπηρετεί το κοινό καλό.
Αυτή η αντίληψη δεν είναι ουτοπική. Αντιθέτως, βασίζεται στη βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Ο ρήτορας γνωρίζει ότι οι άνθρωποι δεν είναι άγγελοι. Γνωρίζει τις αδυναμίες, τα πάθη και τις φιλοδοξίες τους. Ωστόσο, πιστεύει ότι ο πολιτισμός οικοδομείται ακριβώς πάνω στην προσπάθεια υπέρβασης αυτών των αδυναμιών. Η πολιτική δεν υπάρχει για να νομιμοποιεί τα πάθη αλλά για να τα χαλιναγωγεί.
Η αξία του «Αρεοπαγητικού» βρίσκεται τελικά στην πίστη του ότι η παρακμή δεν είναι αναπόφευκτη. Οι κοινωνίες μπορούν να ανανεωθούν όταν ανακτήσουν την επαφή με τις θεμελιώδεις αξίες τους. Η επιστροφή αυτή δεν σημαίνει άκριτη προσκόλληση στο παρελθόν. Σημαίνει επανακάλυψη εκείνων των αρχών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να συνυπάρχουν δημιουργικά: δικαιοσύνη, μέτρο, υπευθυνότητα, παιδεία και σεβασμός προς το κοινό συμφέρον.
Ο «Αρεοπαγητικός» παραμένει ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα της αρχαιότητας επειδή δεν περιορίζεται στην περιγραφή μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Αγγίζει διαχρονικά ερωτήματα που απασχολούν κάθε οργανωμένη κοινωνία: Πώς διατηρείται η ποιότητα της δημοκρατίας; Ποιος είναι ο ρόλος της παιδείας; Πώς αντιμετωπίζεται η δημαγωγία; Ποια είναι τα όρια της ελευθερίας; Πώς συνδέεται η πολιτική με την ηθική;
Οι απαντήσεις του Ισοκράτη μπορεί να μην προσφέρονται ως έτοιμες συνταγές για τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Προσφέρουν όμως κάτι ίσως σημαντικότερο: ένα μέτρο αυτογνωσίας. Υπενθυμίζουν ότι η μοίρα των κοινωνιών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και από τις αξίες που επιλέγουν να υπηρετούν. Και αυτή η υπενθύμιση παραμένει σήμερα τόσο αναγκαία όσο ήταν και στην Αθήνα του τέταρτου αιώνα π.Χ.

Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, Η ρήση του Ισοκράτους – ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



