Με την απογοήτευση να μεγαλώνει και την αγωνία για το εισόδημά τους να εντείνεται, οι ελαιοπαραγωγοί της Κρήτης βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερα δύσκολη ελαιοκομική περίοδο. Παρά τις εκτιμήσεις για αυξημένη παραγωγή φέτος, οι χαμηλές τιμές του ελαιολάδου, σε συνδυασμό με τη συνεχή άνοδο του κόστους, δημιουργούν ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον. Για ορισμένους παραγωγούς, μάλιστα, το ενδεχόμενο να μην προχωρήσουν καν στη συγκομιδή και να αφήσουν τις ελιές πάνω στα δέντρα αποτελεί πλέον ένα πραγματικό δίλημμα.
Οι τιμές παραγωγού κινούνται μεταξύ 3,20 και 3,60 ευρώ το κιλό, ενώ η τάση παραμένει πτωτική, εντείνοντας την αβεβαιότητα για την πορεία της αγοράς. Οι παραγωγοί βλέπουν την αξία του προϊόντος τους να υποχωρεί, την ίδια ώρα που τα έξοδα για να φτάσει το ελαιόλαδο από το χωράφι στο ελαιουργείο παραμένουν υψηλά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η τιμή πώλησης, αλλά το κόστος που απαιτείται για να πραγματοποιηθεί η συγκομιδή.
Καύσιμα, λιπάσματα, φυτοπροστατευτικά προϊόντα, καλλιεργητικές εργασίες και συντήρηση του εξοπλισμού επιβαρύνουν σημαντικά τον προϋπολογισμό των ελαιοκαλλιεργητών. Σε αυτά προστίθεται το κόστος των εργατικών χεριών, με τα μεροκάματα που ζητούν οι εργάτες για το μάζεμα της ελιάς να αυξάνονται, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο το συνολικό κόστος.
Για τους παραγωγούς που δεν διαθέτουν τη δυνατότητα να συγκομίσουν μόνοι τους τον καρπό, η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Όταν το κόστος συγκομιδής απορροφά μεγάλο μέρος της αξίας της παραγωγής, το τελικό εισόδημα περιορίζεται δραματικά. Και αν συνυπολογιστούν όλες οι προηγούμενες καλλιεργητικές δαπάνες, σε ορισμένες περιπτώσεις η οικονομική απόδοση μπορεί να αποδειχθεί απογοητευτική.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αρκετοί παραγωγοί αναγκάζονται να κάνουν υπολογισμούς που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζαν αδιανόητοι: αν τελικά τους συμφέρει να μαζέψουν τις ελιές τους. Για όσους έχουν μικρές εκμεταλλεύσεις, δύσβατα χωράφια ή αυξημένες ανάγκες σε εργατικά χέρια, η απόφαση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.
Η πιθανότητα να παραμείνει μέρος της παραγωγής ασυγκόμιστο προκαλεί ανησυχία, καθώς δεν αφορά μόνο το εισόδημα μιας οικογένειας. Η ελαιοκομία αποτελεί βασικό στήριγμα της οικονομίας της κρητικής υπαίθρου, συντηρεί χιλιάδες νοικοκυριά και ενισχύει μια ευρύτερη αλυσίδα επαγγελμάτων και επιχειρήσεων.
Η αυξημένη παραγωγή, που υπό άλλες συνθήκες θα αποτελούσε θετική εξέλιξη, δεν εγγυάται από μόνη της καλύτερο αποτέλεσμα για τον παραγωγό. Αν η τιμή παραμένει χαμηλή και τα έξοδα αυξάνονται, περισσότερος καρπός δεν σημαίνει απαραίτητα και μεγαλύτερο εισόδημα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο ελαιόλαδο θα παραχθεί φέτος στην Κρήτη, αλλά αν οι άνθρωποι που το παράγουν θα μπορέσουν να καλύψουν τα έξοδά τους και να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα.
Γιατί όταν ένας παραγωγός σκέφτεται να αφήσει τις ελιές του πάνω στα δέντρα, δεν πρόκειται απλώς για μια δύσκολη απόφαση της στιγμής. Είναι ένα ηχηρό μήνυμα για τις πιέσεις που δέχεται η ελαιοκαλλιέργεια και για την ανάγκη να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στους παραγωγούς να συνεχίσουν να καλλιεργούν τη γη τους.
Αν σε αυτή την επιβαρυμένη κατάσταση συνυπολογιστεί και το μπάχαλο που επικρατεί με τις επιδοτήσεις όπου πολλοί παραγωγοί δεν έχουν ακόμα καταφέρει να ενεργοποιήσουν τις δηλώσεις τους στο σύστημα της ΑΑΔΕ όλοι καταλαβαίνουν πόσο δύσκολος θα είναι ο χειμώνας.
Ήδη πριν καλά καλά ξεκινήσει η ελαιοκομική περίοδος υπήρξαν έμποροι που μιλούσαν για τιμή κοντά και στα 3 ευρώ ή σε διαφορετική περίπτωση πληρωμή μετά από 3, 4, 5, ή και 6 μήνες με τιμή κοντά στα 4 ευρώ.
Με αυτά τα δεδομένα οι παραγωγοί βλέπουν πως οι τιμές που για 2-3 χρόνια είχαν απολαύσει πάνω από τα 4,5 και 5 ευρώ είναι μάλλον όνειρο μακρινό για φέτος αλλά και για ίσως και για τα επόμενα χρόνια, όταν η Ισπανία καθορίζει με την υπερπαραγωγή της τις τιμές και την ίδια στιγμή, Τουρκία, Μαρόκο και Τυνησία μπαίνουν δυναμικά στην παραγωγή ελαιολάδου.
Μιχάλης Καμπιτάκης Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Αγροτικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδος
«Δυστυχώς οι τιμές στο λάδι κατρακυλούν και οι παραγωγοί είναι ανύμποροι να αντιδράσουν. Αυτή τη στιγμή μία τιμή, για να μπορέσει ο παραγωγός να είναι κάπως ικανοποιημένος θα έπρεπε να ήταν κοντά στα 5 ευρώ και όμως είμαστε στην αρχή της χρονιάς και είμαστε ένα ευρώ κάτω από αυτή την τιμή. Με το κόστος παραγωγής να έχει εκτιναχθεί και τα μεροκάματα να είναι πάνω από τα 60 ευρώ ο παραγωγός δεν βγάζει τίποτα ως κέρδος ενώ σε κάποιες περιπτώσεις θα μπει και μέσα αν δεν έχει μεγάλη παραγωγή»
Μιχάλης Αλμπαντάκης Έμπορος Ελαιολάδου
«Η χώρα μας δεν μπορεί να καθορίσει τις τιμές διεθνώς όπως κάνει η Ισπανία κατά πρώτο λόγο και λιγότερο η Ιταλία. Καταλαβαίνουμε πως αυτή την περίοδο οι τιμές είναι κάτω από το κόστος παραγωγής. Προσπαθούμε όσο μπορούμε να αντισταθούμε στις πιέσεις που δεχόμαστε από μεγάλες εταιρίες που μας ζητούν να δώσουμε το λάδι τσάμπα. Η κατάσταση είναι δύσκολη με την έναρξη της σαιζόν καθώς η Ισπανία έχει μία τεράστια παραγωγή λαδιού και αυτό οδηγεί σε χαμηλή τιμή»
Νίκος Μπουνάκης Πρόεδρος PROACTIVE
«Οι παραγωγοί μας είναι σε μία δύσκολη θέση και αυτό έχει να κάνει πως τις τιμές τις καθορίζουν οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή όπως η Ισπανία. Δυστυχώς θα πρέπει να αυξήσουμε τις εξαγωγές εμφιαλωμένου λαδιού για να μπορέσουμε να έχουμε καλύτερες τιμές για τους παραγωγούς. Βλέπουμε κάθε χρόνο να αυξάνουν τις παραγωγές τους η Τυνησία, η Τουρκία και το Μαρόκο και αυτό θα πιέζει συνεχώς προς τα κάτω τις τιμές όταν στη χώρα μας που δεν έχουμε μαζικές παραγωγές όπως η Ισπανία το κόστος είναι στα ύψη.»



