Προς µια Ευρώπη µε περισσότερο γάλα, πιο ακριβά τυριά, σταθερά αροτραία και εντατική ελαιοπαραγωγή το 2035
Αντλώντας δύναµη από γαλακτοκοµικά προϊόντα, εξειδικευµένες καλλιέργειες (πχ. το ελαιόλαδο – βλ. παρακάτω) και τα οπωροκηπευτικά θερµοκηπίου, η αξία της γεωργικής παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπεται να αυξηθεί σταθερά κατά τη διάρκεια της επόµενης δεκαετίας, σύµφωνα µε τις µεσοπρόθεσµες εκτιµήσεις της Κοµισιόν.
Οι αροτραίες καλλιέργειες αναµένεται να παίξουν δευτερεύοντα ρόλο, µε τις αποδόσεις σε κριθάρι και καλαµπόκι να διαµορφώνονται κοντά στα σηµερινά επίπεδα ακόµη και µια δεκαετία µετά, µε µόνη εξαίρεση το σιτάρι που θα µπορούσε να δει µία µικρή αύξηση στο στρέµµα. Οι τιµές των γεωργικών εισροών αναµένεται να παραµείνουν σχετικά κοντά στα σηµερινά επίπεδα, µε την βιωσιµότητα των αγροτικών εκµεταλλεύσεων να εξαρτάται περισσότερο από τις οικονοµίες κλίµακας και το καθαρό µέγεθος της υπεραξίας στα παράγωγα προϊόντα. Κοινώς, όσο πιο «µεγάλος» ο παραγωγός και όσο περισσότερο µπορεί να χρεώσει, τόσο το καλύτερο. Ιδιαίτερη προσοχή δίνει η Κοµισιόν στο αντίχτυπο από τις πολιτικές απεξάρτησης της ΕΕ από το ρωσικό λίπασµα και τους πράσινους φόρους (CBAM), παράγοντες οι οποίοι θα περιορίσουν την χρήση αζωτούχων λιπασµάτων µε ορίζοντα το 2035.
Σταθερό «ταβάνι» στα αροτραία
Μέχρι το 2035, η συνολική παραγωγή σιτηρών στην ΕΕ προβλέπεται να ανέλθει σε 267,7 εκατ. τόνους (0,6 % πάνω από την ετήσια παραγωγή της περιόδου 2023-2025). Η παραγωγή σιταριού προβλέπεται να παραµείνει σταθερή, µετά την ανάκαµψη από τη µείωση της παραγωγής την προηγούµενη διετία, µε την οριακή βελτίωση της απόδοσης να αντισταθµίζει τηνµικρή µείωση της έκτασης που προορίζεται για την καλλιέργεια. Τόσο η παραγωγή µαλακού όσο και σκληρού σιταριού προβλέπεται να αυξηθεί κατά 0,3% πάνω από το επίπεδο του 2023-2025 το 2035, σε 120,6 εκατ. τόνους και 7,5 εκατ. τόνους, αντίστοιχα, παραµένοντας όµως αρκετά κάτω από τα επίπεδα του 2013-2015. Η παραγωγή καλαµποκιού και κριθαριού προβλέπεται σταθερή σε 60,8 εκατ. τόνους και 49,2 εκατ. τόνους, αντίστοιχα.
Ανεβαίνουν τα γαλακτοκοµικά
Μοτίβο ανάπτυξης, σε όρους όγκου και αξίας ακολουθεί η ευρωπαϊκή αγορά γάλακτος (αγελαδινό και αιγοπρόβειο), ενώ ακόµη καλύτεροι µοιάζουν οι αριθµοί για τα µεταποιηµένα προϊόντα (τυροκοµία). Σε παγκόσµιο επίπεδο, τα καταναλωτικά πρότυπα ευνοούν τα τυροκοµικά, υποστηρίζοντας τις προβλέψεις για περαιτέρω αύξηση της ενδοκοινοτικής παραγωγής. Αν και τα τυριά αναµένεται να παραµείνουν το κορυφαίο εξαγωγικό προϊόν της Ευρώπης (+0,7% ετήσια αύξηση ως το 2035), η ανάλογη αύξηση των εξαγωγών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα µπορούσε να επιβραδυνθεί λόγω του αυξανόµενου παγκόσµιου ανταγωνισµού τόσο για τα τυριά χαµηλής όσο και υψηλής επεξεργασίας. Ενδοκοινοτικά η δυναµική αύξηση της κατανάλωσης τυριού (+0,5 % ετησίως), µπορεί να αντισταθµίσει τον «κίνδυνο».
Μικρότερο κοπάδι
Όσον αφορά το αιγοπρόβειο κρέας, η τάση µείωσης του κοπαδιού το 2025, αναµένεται να συνεχιστεί µε ρυθµό 0,5% ετησίως την επόµενη δεκαετία. Αυτό κυρίως λόγω µείωσης της παραγωγής στις χώρες που µπήκαν στην ΕΕ πριν το 2004 όπου ο ρυθµός µείωσης του κοπαδιού είναι σχεδόν διπλάσιος σε ετήσια βάση (0,9%). Οι επιζωοτίες παίζουν ρόλο σε όλα αυτά. Από το 2010 έως και το 2025, η ΕΕ έχασε το 16% της παραγωγής. Οι καλύτερες τιµές πάντως θα αντισταθµίσουν το χαµένο εισόδηµα.
Συρρίκνωση της ελαιοκοµικής Ελλάδας
Μία δυστοπική ελαιοκοµικά Ευρώπη, όπου το 80% της παραγωγής θα βγαίνει κατά κανόνα από υπερεντατικές φυτεύσεις σε Ισπανία και Πορτογαλία, οραµατίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επόµενη 10ετία. Σύµφωνα µε την µεσοπρόθεσµη έκθεση της Κοµισιόν για το 2035, το ισπανικό µερίδιο αναµένεται να εκτοξευτεί στους 1,8 εκατ. τόνους, µακριά από το 1,3 εκατ. τόνους της τελευταίας 5ετίας, την οποία θα συµπληρώνει η υπερεντατική και συµβολαιακή Πορτογαλία µε 200.000 τόνους, έναντι 180.000 σήµερα. Στην Ιταλία η παραγωγή εκτιµάται ότι θα µειώνεται κατά 3% ετησίως, λόγω µικρότερων εκτάσεων και χαµηλότερων αποδόσεων. Η ελαιοκοµική Ελλάδα, υπολογίζεται να συρρικνωθεί µε τελικό µερίδιο ίσως και κάτω από 200.000 τόνους, στους 180.000 τόνους απόρροια της ευαλωτότητας στην κλιµατική αλλαγή και τις χαµηλότερες αποδόσεις λόγω εκτατικής µορφής καλλιέργειας. Ως το 2035, οι ισπανικές εξαγωγές ελαιολάδου εκτιµάται ότι θα αυξηθούν 5,1% και από την Πορτογαλία κατά 0,9%. Στις υπόλοιπες χώρες αναµένεται αύξηση 4,1% ετησίως.
πηγη: agronews.gr



