Οι αιτίες και το αποτύπωμα του εγκλήματος στην Κρήτη του 2026 - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Οι αιτίες και το αποτύπωμα του εγκλήματος στην Κρήτη του 2026

5 Ιουνίου 2026 -

Της Εύας Νιργιανάκη…

Οι εικόνες βίας που καταγράφονται το τελευταίο διάστημα στην Κρήτη έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό και ανησυχία. Ανθρωποκτονίες, περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, υποθέσεις με χρήση όπλων αλλά και βίαιες συγκρούσεις επανέφεραν στο δημόσιο διάλογο ερωτήματα, για το αν η εγκληματικότητα στο νησί παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ποιοι παράγοντες τροφοδοτούν τη βία και κατά πόσο οι θεσμοί είναι σε θέση να προστατεύσουν τους πολίτες από ένα σύνθετο και διαχρονικόαγκάθι.

Σε μια κοινωνία που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς, έντονα τοπικά χαρακτηριστικά και βαθιά ριζωμένες κοινωνικές σχέσεις, η συζήτηση για τα αίτια και τις μορφές της εγκληματικότητας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια πραγματική αύξηση της βίας ή για μια πιο έντονη προβολή περιστατικών που παλαιότερα έμεναν στο περιθώριο της δημοσιότητας;

Με αφορμή τα γεγονότα που απασχόλησαν την κοινή γνώμη, ο Ποινικολόγος και Δρ. Εγκληματολογίας, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, καταθέτει τις απόψεις του για την έξαρση της εγκληματικότητας και αναλύσει τις βαθύτερες αιτίες του φαινομένου, τις ιδιαιτερότητες που ενδεχομένως παρουσιάζει το νησί, αλλά και τις αδυναμίες ενός συστήματος που συχνά καλείται να διαχειριστεί τη βία εκ των υστέρων, αντί να την προλαμβάνει.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ότι σοβαρά εγκλήματα, ανθρωποκτονίες, ενδοοικογενειακή βία, ξεκαθαρίσματα διαφορών και άλλα, απασχολούν ολοένα και συχνότερα την τοπική κοινωνία της Κρήτης. Ποιοι θεωρείτε ότι είναι οι βασικοί παράγοντες που οδηγούν έναν άνθρωπο στο έγκλημα σήμερα και ποια είναι τα συνηθέστερα κίνητρα που συναντάτε στις υποθέσεις αυτές;

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν αυτό συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, ή αν απλώς τώρα δεν αντέχουν άλλο οι κατά τόπους κοινωνικοί θύλακες (πόλεις χωριά, νομοί) και τα αποκαλύπτουν, ή αν πλέον το επίπεδο της ασυδοσίας έχει εκτροχιαστεί τόσο πολύ, ώστε να μην ενδιαφέρονται οι εγκληματούντες αν «απασχολείται» η κοινωνία και αν θα «τους δείξει η τηλεόραση και το «internet» σε όλη την Ελλάδα. Προσπαθώντας να παραγοντοποιήσει κανείς την εγκληματικότητα σε εντοπισμένη γεωγραφική περιοχή, έρχεται αμέσως αντιμέτωπος με ένα ζήτημα πραγματικά παλαιολιθικό. Δεν υπάρχουν αρχεία στοιχείων, τηρούμενα με συνέπεια, ή όσο υπάρχουν δεν καθίστανται προσβάσιμα στον ερευνητή (λ.χ. πόσες ανθρωποκτονίες συλλήψεις παραπομπές ή καταδίκες σημειώνονται στην περιφέρεια του νομού Ηρακλείου ή Χανίων). Οπότε καταλήγουμε να διατυπώνουμε γνώμη με βάση τα crimewaves των ειδήσεων, κάτι καθόλου επιστημονικό. Κάθε φορά που στον δημόσιο διάλογο τονίζω ως πρώτιστους παράγοντες τρία στοιχεία, παρατηρώ ότι οι δημοσιογράφοι «κλωτσάνε», επειδή δεν αντιλαμβάνονται τί μπορεί να σημαίνουν αυτά, ότι δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες της γρήγορης και επιφανειακής ειδησεογραφίας: Πρώτον, η παγιωμένη φτωχοποίηση της Ελλάδας (ας λέμε ότι «βγήκαμε από τα μνημόνια, βγήκαμε, γιατί πρόλαβαν στο μεταξύ και έχουν εκποιήσει τα πάντα για πάντα). Δεύτερον, το multiculti ομάδων ή στρωμάτων των μεγαλουπόλεων που τείνει να καθιστά «σχετική» την αξία θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών αγαθών. Δεν μιλάμε για το άστοχο και ρατσιστικό «οι ξένοι φταίνε για την εγκληματικότητα». Αλλά για το ότι υπάρχουν εθνικότητες που ειδικεύονται σε συγκεκριμένα αδικήματα, πλέον σε όλη την Ελλάδα (τοπικές εθνοτικές μαφίες και γκέτο), όσο και ότι αλλοδαποί οι οποίοι τυγχάνουν εκμετάλλευσης, εξανδραποδίζονται ή και …προσλαμβάνονται από έλληνες «αρχηγούς» γιατί μπορούν να εκτελέσουν συμβόλαια θανάτου και να εξαφανιστούν χωρίς να το πάρει κανείς είδηση. Και τρίτον, η ανομία. Εννοώντας, όχι ότι «δεν υπάρχει νόμος», υπάρχει και παραϋπάρχει, αλλά ότι η εφαρμογή του σκαλώνει θανάσιμα πολλές φορές σε μέτρια ως κακή εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού (δικογραφίες αφήνουν όχι «παράθυρα» αλλά μπαλκονόπορτες για να διαφύγει η ουσιαστική αλήθεια, γιατί είναι γραφειοκρατικά, πρόχειρα ή λάθος συντεταγμένες) και σε επιλεκτική εφαρμογή του (αυτό το «έχετε δει πολλούς πάμπλουτους να μπαίνουν και να μένουν φυλακή;»)Αυτοί λοιπόν είναι οι τρεις πιο συχνοί παράγοντες που υπάρχουν ως υπέδαφος στα συχνότερασύγχρονα εγκλήματα που παρατηρούμε στην Ελλάδα.

Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κάποια «ιδιαιτερότητα» στην εγκληματικότητα της Κρήτης, σε σχέση με άλλες περιοχές της Ελλάδας; Παίζουν ρόλο στοιχεία όπως η «κλειστή κοινωνία», οι οικογενειακές σχέσεις, η κουλτούρα της τιμής ή ακόμη και οι προσωπικές αντιπαλότητες στην μορφή που παίρνουν ορισμένα εγκλήματα;

Όλα αυτά τα στοιχεία πράγματι συντρέχουν στην Κρήτη. Συν το ότι κυκλοφορούν πιθανόν τα περισσότερα αδήλωτα όπλα στην Ελλάδα. Όσον για την αντίληψη περί «τιμής», το να βγάζεις κουμπούρι και να σκοτώνεις τον εγγονό κάποιου γιατί κάποτε ο παππούς του σου είχε σκοτώσει τον δικό σου (ή τουλάχιστον έτσι σε μεγαλώσανε να ξέρεις ότι έγινε), δεν γνωρίζω σε ποια κουλτούρα ανήκει. Δύσκολα πάντως σε αυτήν του πολιτισμένου κόσμου. Έχω την αίσθηση ότι η πλειοψηφία των Κρητικών φέρει αυτά τα φαινόμενα ως αποστεωμένα κατάλοιπα ενός κόσμου που δεν έχει πλέον κανέναν λόγο ύπαρξης, ως βαρίδια.

Πώς έχει εξελιχθεί η συχνότητα και η φύση των εγκλημάτων τα τελευταία χρόνια;

Η αίσθησή όλων των σχετικών με τον τομέα της δικαιοσύνης είναι πιο βίαια, χωρίς κλασσικό κίνητρο, πιο οργανωμένα, ή (αυτό είναι διαφορετικό από το «οργανωμένα») με ενωμένη δράση πολλών προσώπων μαζί κατά αδυνάμων. Με εμπεδωμένη μόνον την στρεβλή πεποίθηση του δράστη ότι δεν θα πιαστεί ή ότι κι αν ακόμη πιαστεί, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να την γλυτώσει φτηνά.

Βλέπετε να αυξάνονται συγκεκριμένες μορφές βίας ή εγκληματικής συμπεριφοράς και ποια είναι τα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν πλέον οι δράστες και τα θύματα;

Μεγάλη μερίδα πολιτών νομίζει ότι στην Ελλάδα οι αρχές είναι όπως στα επεισόδια του CSI : μοντέλα ομορφιάς στοχάζονται και συλλαμβάνουν τους πανούργους δράστες με την βοήθεια τρομερών τζεϊμσμποντικών γκάτζετ . Η πραγματικότητα είναι ότι δεν έχουμε στοιχεία, πέραν των ετησίων αναφορών για την εγκληματικότητα της ΕΛΑΣ, που δείχνουν, μόνον την καταγεγραμμένη εισροή των αναφορών στις αρχές, όχι την επεξεργασία του, τις καταδίκες και τις αθωώσεις, το πώς εκτίονται οι ποινές, ποιος και πώς επιτηρεί τους όρους του προσωρινώς κρατουμένου ή απολυόμενου.

Μετά τη διάπραξη ενός σοβαρού εγκλήματος, ποια είναι συνήθως η ψυχολογική και κοινωνική πορεία του δράστη; Υπάρχουν περιπτώσεις όπου για παράδειγμα, οι δράστες δείχνουν μεταμέλεια ή, αντίθετα, λειτουργούν με πλήρη απουσία συναισθηματικών αναστολών; Και πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος στην μετέπειτα στάση τους;

Επ’ αυτού θα μου επιτρέψετε να τοποθετηθώ κάθετα. Το να ενδιαφερόμαστε πρώτα για το «πώς νιώθει ο δράστης» κι αν ο «κακομοίρης» μετάνιωσε, αποτελεί μια αποκρουστικήπεριέργεια, η οποία τροφοδοτείται συχνά από έναν αστοιχείωτο νομικά θα έλεγα και ανάλγητο δημοσιογραφικό εξυπνακισμό. Σκότωσες; Πείραξες παιδιά; Κακοποιείς αδύναμες ομάδες ; Δέρνεις και απειλείς την σύντροφο; Ληστεύεις ηλικιωμένους; Μπαίνεις στα σπίτι ανθρώπων με όπλο και τους αφαιμάζεις; Ας φροντίσουμε να σχηματίσουμε μια δεμένη δικογραφία για να εξασφαλίσουμε ότι θα παραμείνεις για αρκετά χρόνια ασφάλεια έξω από το κοινωνικό σώμα και με την πάροδο του χρόνου, θα έχεις την ευκαιρία σου (τα 18 χρόνια [με «μεροκάματα» ακόμη λιγότερο] στηνισόβια κάθειρξη να μοιάζει πλέον πραγματικά ευτελιστικό). Στο μεταξύ ας αξιοποιήσουμε όλον τον χρόνο από το (απεχθές) έγκλημά σου για να θάλψουμε με όλη την επιστημοσύνη και την προνιακή μας δύναμη το ή τα θύματά σου. Εκεί έχουμε τεράστια ανάγκη σε πρόσωπα, σε εξειδίκευση, σε κονδύλια, σε χώρους, σε οικονομικούς πόρους διασφάλισης του προσωπικού που θα απασχολείται, διασύνδεσης των δομών (κοινωνικές υπηρεσίες, επιμελητές ανηλίκων, δομείς φιλοξενίας, τμήμα αναζητήσεων αστυνομίας) και για πολλά άλλα κρίσιμα πράγματα.

Πολλές φορές, μετά από ειδεχθείς υποθέσεις, γίνεται λόγος για παραλείψεις της Πολιτείας, ελλιπή πρόληψη ή αδυναμία έγκαιρης παρέμβασης των Αρχών. Πιστεύετε ότι υπάρχουν κενά σε επίπεδο αστυνόμευσης, κοινωνικών δομών ή ψυχικής υγείας που τελικά επιτρέπουν την κλιμάκωση της βίας και τι θα έπρεπε να αλλάξει ουσιαστικά;

Η αστυνομία έχει δυνάμεις κατανεμημένες κατά αντιπαραγωγικό τρόπο, τα αστυνομικά τμήματα έχουν τρομακτική λειψανδρία και έλλειψη σε δυνατότητες άμεσης επέμβασης. Ο ίδιος αστυνομικός μπορεί σε μια βάρδια να είναι επιφορτισμένος με καθήκοντα; Που κανονικά θα έπρεπε να εκτελούν 4 συνάδελφοί του.

Μέσα από την εμπειρία σας ως δικηγόρος και εγκληματολόγος, θεωρείτε ότι η κοινωνία σήμερα έχει εξοικειωθεί επικίνδυνα με τη βία; Ποιον ρόλο παίζουν τα μέσα ενημέρωσης, τα social media και η δημόσια προβολή εγκληματικών υποθέσεων στη διαμόρφωση αντιλήψεων γύρω από το έγκλημα αλλά και στην ίδια την συμπεριφορά ορισμένων θυτών;

Ναι έχει. Τα Μ.Μ.Ε. συχνά παίζουν τον ρόλο του αποπροσανατολιστικού, κλισαρισμένα Παράφωνου τηλεβόα με ενσωματωμένη κλειδαρότρυπα, όμως περισσότερο από ποτέ υπάρχουν και αρκετοί δημοσιογράφοι που αφήνουν να ακουστούν και νοήμονες άνθρωποι. Τα socialmedia έχουν υποκαταστήσει την γνώση και την πληροφόρηση με πηχτή δικαιωματιστική ανοησία. Συνήθως παίζουν τον ρόλο του τροφοδότη των κλασσικών Μ.Μ.Ε. με «φρέσκο» υλικό (ενίοτε με το αζημίωτο).

Συχνά, πίσω από ένα σοβαρό περιστατικό φαίνεται να προϋπάρχει ένα ιστορικό εντάσεων, βίας ή παραβατικής συμπεριφοράς που είτε αγνοήθηκε, είτε δεν αξιολογήθηκε εγκαίρως. Πόσο εύκολο είναι τελικά να «προβλεφθεί» μια εγκληματική πράξη και υπάρχουν ενδείξεις που η κοινωνία ή οι Αρχές συχνά υποτιμούν;

Το ποινικό δίκαιο τιμωρεί πράξεις. Όταν τουλάχιστον πιαστούν κατά την διάρκεια απόπειρας είτε, ιδίως, αφού έχουν τελεστεί. Οι προνιακοί θεσμοί (κοινωνικές υπηρεσίες, νοσοκομεία, σχολείο) προβλέπεται εκ του ρόλου τους να μεριμνούν και με εφόδιο την γνώση να εντοπίζουν και να «σβήνουν» το υπό διαμόρφωση αίτιο. Χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους, μπορεί να πει κανείς ότι η αναποτελεσματικότητά μας αποκαλύπτεται κυρίως στο πεδίο της ενδοοικογενειακής βίας : Οι γείτονες «φοβούνται» να μπλέξουν, το θύμα φυλακισμένο στην θυματοποίηση έχει παραισθήσεις και συνέχεται από αδυναμία. Τα ανήλικα μαρτυροποιούνται, κανονικοποιούν την βία και υποφέρουν. Το σχολείο κάνει τα στραβά μάτια για να μην μπλέξει (μέγιστη η νομοφοβία στις τάξεις του εκπαιδευτικού συστήματος παρά το αρ. 23 του Ν. 3500/2006, όπως διαμορφώθηκε μετά το 2024). Η αστυνομία σπεύδει (όποτε μπορεί) αλλά δεν παίρνει σωστά τις καταθέσεις, λόγω έλλειψης προσωπικού και υποστηρικτικών επιστημών (μ.α. ψυχολόγων), καταλήγει να φιλτράρει τις περιπτώσεις ανάλογα με το πόσες δουλειές αντέχει μια βάρδια και με κριτήρια «βιωματικά» («σιγά μην την απείλησε, αφού τελικά πάνε στο δικαστήριο και τα βρίσκουνε»). Δεν έχουν την δυνατότητα να διασταυρώσουν ψηφιακά περιπτώσεις από προηγούμενα, μεταξύ των εμπλεκομένων, να διαχειριστούν έγκαιρα και αποφασιστικά τις περιστάσεις («κυρία μου το περιπολικό δεν είναι ταξί»). Οι Εισαγγελείς, ενώ μπορούν άμεσα με τον όρο του αρ. 18 του Ν. 3500/2006 να πετάνε τον κακοποιητή έξω από το σπίτι, το ρωτούν αν επιθυμεί να …πάει σε δομή (για τις οποίες τα συναρμόδιαυπουργεία διοργανώνουν καμπάνιες, που κρύβουν την έλλειψη διασύνδεσης με το «τί θα γίνει όμως σε τρεις μήνες;»). Το panicbutton υπήρξε πραγματικά σωτήριο για χιλιάδες γυναίκες, όμως υπάρχει επαρκές αστυνομικό προσωπικό για να σπεύσει κάθε φορά; Ποιος  επιτηρεί έναν ελεύθερο κακοποιητή; Υπάρχει προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για «βραχιολάκι;». Η παροχή υποστήριξης στο ή στα θύματα παραμένει χωλή. Τα ανήλικα θύματα καταθέτουν στις ειδικά διαμορφωμένες Μονάδες με εξειδικευμένους ψυχολόγους μετά από 8-10 μήνες (στην Αθήνα) Ο δικαστής, αντιμετωπίζει με αμφιθυμία τον κατηγορούμενο, δύσκολα θα τον βάλει φυλακή για τρεις ή έξι μήνες γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη στην κρίση του επί υλικού που έχουν συλλέξει οι αστυνομικοί. Και το θύμα, μένει στην ουσία εκκρεμές και χωρίς οικονομική βοήθεια και ασφάλεια.

Από τη μέχρι σήμερα εμπειρία σας, υπάρχουν υποθέσεις που σας έχουν κάνει να πιστέψετε ότι η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει το έγκλημα περισσότερο κατασταλτικά παρά προληπτικά; Τι λείπει σήμερα από το κράτος ώστε να υπάρξει ουσιαστική πρόληψη πριν φτάσουμε σε ακραίες καταστάσεις;

Όσο άδικο κι αν είναι το να γενικεύει κανείς, ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα κινείται αργά και παρασιτικά, φυγόπονα με χαμηλή αποτελεσματικότητα, εχθρευόμενοστην εξειδίκευση και την εντατικότητα. Είτε έχει πτυχίο, είτε δεν έχει, λειτουργεί πρωτίστως για το ιερό ωράριό του και σε βάρος των αναγκών, δηλαδή της εξυπηρέτησης του απλού πολίτη. Λαμπρές εξαιρέσεις επαγγελματισμού, ακέραιας συνείδησης, φιλότιμου και αυτοθυσίας στο καθήκον υπάρχουν σε κάθε θύλακα του δημόσιου τομέα. Αυτές συνέχουν το οικοδόμημα. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, χωρίς αυτές, το ελληνικό δημόσιο θα έφευγε, αν μπορούσε, για ένα ατέλειωτο τριήμερο βάζοντας κάποιον περαστικό να του χτυπήσει κάρτα για δύο συνεχόμενα διήμερα «για να είναι καλυμμένο». Όσο κι αν αυστηροποιηθούν οι νόμοι, οι ίδιοι μέτριοι άνθρωποι θα τους εφαρμόσουν, με τις ίδιες ιδεοληψίες, το ίδιο επίπεδοσκέψης, τα ίδια ανακλαστικά.

Όταν ένα έγκλημα συγκλονίζει μια τοπική κοινωνία όπως το Ηράκλειο ή γενικότερα την Κρήτη, ποιες είναι οι επιπτώσεις που αφήνει πίσω του; Πώς επηρεάζονται οι οικογένειες, οι μάρτυρες, ακόμη και η ψυχολογία μιας μικρής κοινωνίας που καλείται να συνεχίσει να ζει με το γεγονός αυτό;

Καταρχάς, ας μου επιτρέψετε να σημειώσω ότι όταν αναφερόμαστε στον δημόσιο διάλογο, είτε εν τη ρύμη του λόγου, είτε επειδή θέλουμε να εκφράσουμε κάτι που ισχύει σε ευρεία κλίμακα με την επίκληση όρων όπως «ψυχολογία», «ηθική», «εμπιστοσύνη στους θεσμούς», κινδυνεύουμε να διατυπώνουμε αφόρητες αοριστολογίες, χωρίς να περιλαμβάνουμε στο λόγο μας εντοπισμένους αιτιατούς παράγοντες ή πρόταξη εφαρμοσμένων λύσεων για προβλήματα (δεν είναι τυχαίο ότι κατά κανόνα το εφαρμόζουν οι περισσότεροι πολιτικοί). Αυτό που σίγουρα αφήνει πίσω του είναι θύματα και θυματοποιημένες ζωές, καθώς και μια αίσθηση ότι «αν δεν φύγεις από δω, το κακό θα συνεχιστεί». Όλη αυτή η αντίληψη περί του δεδομένου της ανταπόδοσης δεν ανήκει σε σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία πολιτών, ικανή για το αληθινό κοινό καλό και την ευημερία. Να θυμίσω επίσης ότι σύμφωνα με τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα «Όποιος παρεμποδίζει την απονομή της δικαιοσύνης, ασκώντας αυθαίρετη παρέμβαση, πριν ή κατά τη διάρκεια έρευνας οποιασδήποτε αρχής ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, με χρήση σωματικής βίας, απειλής, εκφοβισμού, παραπλάνησης, με κατάχρηση θέσης εξουσίας ή εξάρτησης οποιασδήποτε φύσης ή με υπόσχεση ωφελήματος, έναντι άλλου, προκειμένου αυτός να δώσει ψευδή κατάθεση ή να καθυστερήσει να τη δώσει ή να μεταβάλει την κατάθεσή του ή να αρνηθεί να καταθέσει ή να αποκρύψει, καταστρέψει, αλλοιώσει, αφαιρέσει, αντικαταστήσει αποδεικτικά στοιχεία ή να παρεμποδίσει την πρόσβαση σε αυτά ή τη χρήση τους, εφόσον η πράξη του δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή αν η διερευνώμενη πράξη αφορά πλημμέλημα και β) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή αν η διερευνώμενη πράξη αφορά κακούργημα. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος πριν ή κατά τη διάρκεια έρευνας οποιασδήποτε αρχής ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης αποκρύπτει, καταστρέφει, αλλοιώνει, αφαιρεί, αντικαθιστά αποδεικτικά στοιχεία ή παρεμποδίζει την πρόσβαση σε αυτά ή τη χρήση τους, εφόσον η πράξη του δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη». Αυτή λοιπόν η διάταξη που προστέθηκε με τον Ν. 5224/2025 στο άρθρο 231 του Π.Κ. της Υπόθαλψης, μετονομάζοντάς το και επεκτείνοντας το αξιόποινο  («Υπόθαλψη – Παρεμπόδιση Δικαιοσύνης»), επιτέλους ποινικοποίησε διάφορα άθλια «σπορ» ολόκληρης της Ελλάδας. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, πλέον, με το «μην το πεις/ μην πεις τα ίδια» «γιατί θα δεις τί θα πάθεις»,  πας φυλακή.