Ο ΓΛΥΠΤΗΣ  ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ ΜΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ARTWAY – ΣΤΟ « ΚΑΜΙΝΙ» ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Ο ΓΛΥΠΤΗΣ  ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ ΜΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ARTWAY – ΣΤΟ « ΚΑΜΙΝΙ» ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ

17 Απριλίου 2026 -

Στο Πολιτιστικό Κέντρο Καμίνι, έναν χώρο που τα τελευταία χρόνια αποτελεί σημείο αναφοράς για τις σύγχρονες εικαστικές αναζητήσεις, φιλοξενήθηκε από τις 2 έως τις 5 Απριλίου 2026 η ομαδική έκθεση με τίτλο «Με λένε Αλίκη». Μια έκθεση που δεν περιορίστηκε σε μια απλή παρουσίαση έργων, αλλά επιχείρησε να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο με το κοινό γύρω από κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα, μέσα από τη δύναμη της τέχνης.

Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και τιμώμενους καλλιτέχνες ξεχωρίζει ο γλύπτης Γιάννης Κοντός, του οποίου η παρουσία προσδίδει ιδιαίτερο βάθος και πλαστική ένταση στη συνολική αφήγηση της έκθεσης. Μέσα από τη δική του εικαστική γλώσσα, ο καλλιτέχνης συνομιλεί με το κεντρικό θέμα της διοργάνωσης, μεταφέροντας προσωπικά βιώματα, συμβολισμούς και υπαρξιακές αναζητήσεις στο υλικό της μορφής.

Η συνέντευξη που ακολουθεί επιχειρεί να φωτίσει τη σκέψη και τη δημιουργική διαδικασία του καλλιτέχνη, εστιάζοντας τόσο στη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη έκθεση όσο και στη βαθύτερη σχέση του με τη σύγχρονη τέχνη. Μέσα από τις απαντήσεις του, αναδύεται μια προσωπική ματιά πάνω στον ρόλο του δημιουργού σήμερα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο έκφρασης, αντίστασης και επικοινωνίας με τον άνθρωπο του σήμερα. 

Ο γλύπτης Γιάννης Κοντός μιλάει για το έργο του

  • Ποια εσωτερική ανάγκη σάς οδηγεί κάθε φορά να δίνετε μορφή στην ύλη; Είναι μνήμη, τραύμα ή μια σιωπηλή συνομιλία με τον χρόνο;

 

Δεν είναι ποτέ μία μόνο ρίζα, είναι ένα πλέγμα από υπόγειες φλέβες που συναντιούνται στο ίδιο σημείο και ζητούν έξοδο.

Ίσως να είναι μνήμη  όχι ως ανάμνηση καθαρή, αλλά ως ίχνος που επιμένει. Σαν κάτι που δεν ειπώθηκε την ώρα που έπρεπε και τώρα γυρεύει σώμα για να σταθεί. Η ύλη τότε γίνεται ο τόπος όπου η μνήμη παύει να είναι φάντασμα και αποκτά βάρος.

Ίσως να είναι τραύμα  όχι απαραίτητα κραυγαλέο, αλλά εκείνο το λεπτό ρήγμα που διατρέχει την ύπαρξη και σε κάνει να αγγίζεις τα πράγματα πιο προσεκτικά. Σαν να φοβάσαι μην τα σπάσεις, ή μήπως αποκαλυφθεί ότι είναι ήδη σπασμένα. Και τότε δημιουργείς, όχι για να θεραπεύσεις, αλλά για να κατανοήσεις το σχήμα της ρωγμής.

Μα πιο συχνά, είναι αυτή η σιωπηλή συνομιλία με τον χρόνο.

Ένας διάλογος χωρίς λέξεις, όπου κάθε χειρονομία, κάθε μορφή που γεννιέται, είναι μια μικρή αντίσταση στη φθορά. Σαν να λες: «Σε βλέπω. Ξέρω ότι περνάς. Αλλά για μια στιγμή, θα σε κρατήσω εδώ.»

Και ίσως τελικά, η ανάγκη να δίνεις μορφή στην ύλη να είναι μια πράξη τρυφερότητας προς ό,τι χάνεται, προς ό,τι δεν ειπώθηκε, προς τον ίδιο τον χρόνο, που ενώ σε διαλύει, σου χαρίζει ταυτόχρονα την ευκαιρία να τον αγγίξεις. 

  • Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση του σώματος με το πνεύμα μέσα στη γλυπτική σας; 

 

Η σχέση σώματος και πνεύματος στη γλυπτική μου δεν είναι ποτέ διαχωριστική, είναι μια διαρκής συνομιλία, μια πάλη και ταυτόχρονα μια συμφιλίωση. Το σώμα δεν λειτουργεί ως απλό περίβλημα του πνεύματος, αλλά ως η ορατή του ανάσα, η υλική του εξομολόγηση. Μέσα από τον όγκο, την υφή, τις ρωγμές και τις σιωπές του υλικού, επιχειρώ να αποκαλύψω εκείνο το άυλο που δεν λέγεται με λόγια.

Με απασχολεί βαθιά η στιγμή όπου το σώμα παύει να είναι ανατομικά συγκεκριμένο και γίνεται φορέας εσωτερικών καταστάσεων, εκεί όπου η κίνηση υπονοείται, αλλά δεν ολοκληρώνεται, όπου η μορφή μοιάζει να κρατά μέσα της μια μνήμη ή έναν πόνο. Το πνεύμα δεν “κατοικεί” απλώς στο σώμα, το διαπερνά, το μεταμορφώνει, το φθείρει και το εξυψώνει ταυτόχρονα.

Η γλυπτική διαδικασία για μένα είναι σχεδόν τελετουργική. Αγγίζοντας την ύλη, νιώθω πως συνομιλώ με κάτι αρχέγονο, κάτι που προϋπήρχε της μορφής και περιμένει να φανερωθεί. Το σώμα που προκύπτει δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένο, αφήνω πάντα χώρο για το ανείπωτο, για εκείνη τη λεπτή διάσταση όπου ο θεατής καλείται να νιώσει, όχι απλώς να δει.

Ίσως τελικά το σώμα να είναι η πιο ειλικρινής μορφή πνεύματος  γιατί δεν μπορεί να κρυφτεί. Και η γλυπτική, μια προσπάθεια να συλλάβω αυτή τη στιγμή αλήθειας, πριν διαλυθεί ξανά στη σιωπή. 

  • Η τέχνη σας μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο, είναι αυτή μια συνειδητή γέφυρα ή μια βιωματική αναγκαιότητα; 

 

Δεν ξέρω αν πρόκειται για γέφυρα που στήθηκε με πρόθεση ή για μονοπάτι που αποκαλύφθηκε περπατώντας το. Ίσως να είναι και τα δύο.

Το αρχαίο δεν είναι για μένα παρελθόν, είναι ένας παλμός που επιμένει, μια μνήμη που κατοικεί στο σώμα πριν ακόμη τη σκεφτώ. Και το σύγχρονο δεν είναι παρά η αγωνία αυτής της μνήμης να βρει φωνή μέσα στον θόρυβο του τώρα. Όταν δημιουργώ, δεν επιλέγω συνειδητά να σταθώ ανάμεσά τους απλώς δεν μπορώ να υπάρξω έξω από αυτή τη συνύπαρξη.

Υπάρχει κάτι βαθιά βιωματικό σε αυτή την ισορροπία  μια ανάγκη να συμφιλιωθούν οι ρίζες με την αναπνοή. Να μην προδώσω ούτε το χώμα που με γέννησε, ούτε τον χρόνο που με διαπερνά. Κι έτσι, η τέχνη γίνεται ένας τόπος όπου το αρχαίο δεν μουσεοποιείται και το σύγχρονο δεν επιφανειακοποιείται αλλά και τα δύο μεταμορφώνονται σε κάτι ζωντανό, εύθραυστο και αληθινό.

Αν είναι γέφυρα, τότε δεν τη χτίζω, την διασχίζω.

 Για τον «Δισκοβόλο» 

  • Ο «Δισκοβόλος» σας δεν μοιάζει απλώς να εκτελεί μια κίνηση, μοιάζει να αιωρείται σε μια στιγμή πριν την απόφαση. Τι είναι αυτό που κρατά τον χρόνο ακίνητο εκεί;

 

Ο Δισκοβόλος δεν είναι σώμα, είναι παύση.

Είναι εκείνη η λεπτή, σχεδόν αόρατη ρωγμή ανάμεσα στο «πριν» και στο «μετά», όπου ο κόσμος κρατά την ανάσα του για να μην διαταράξει την απόφαση που ακόμη δεν ειπώθηκε.

Αυτό που κρατά τον χρόνο ακίνητο δεν είναι η δύναμη του αθλητή· είναι η επίγνωση της στιγμής. Είναι η συνείδηση πως ό,τι πρόκειται να συμβεί θα είναι αμετάκλητο.

Στο σώμα του έχει μαζευτεί όλο το βάρος του παρελθόντος και όλη η υπόσχεση του μέλλοντος. Κι όμως  δεν ανήκει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Ανήκει στο τώρα που δεν κυλά.

Ίσως γι’ αυτό μοιάζει να αιωρείται γιατί έχει εγκαταλείψει τον χρόνο χωρίς ακόμη να έχει παραδοθεί στην πράξη. Και εκεί, σε αυτή τη σιωπηλή ένταση, κρύβεται κάτι βαθύτερο από την κίνηση, η ελευθερία της επιλογής, λίγο πριν γίνει μοίρα. 

  • Συνομιλεί το έργο σας με τον αρχαίο Δισκοβόλο ή επιχειρεί να τον αποδομήσει και να τον επαναπροσδιορίσει;

 

Το έργο δεν στέκεται απέναντι στον αρχαίο Δισκοβόλο ως αντίπαλος ούτε τον αγγίζει με την πρόθεση της αποκαθήλωσης τον πλησιάζει σχεδόν ψιθυριστά, σαν να αναγνωρίζει ότι κάθε επαναδιατύπωση της μορφής είναι, αναπόφευκτα, και μια μορφή συνομιλίας.

Ο Δισκοβόλος, φορέας μιας αιώνιας ισορροπίας ανάμεσα στη δύναμη και την περισυλλογή, δεν «αποκομίζεται» από το έργο, δεν αποσπάται βίαια από το ιστορικό και αισθητικό του έδαφος. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα εσωτερικό ίχνος, ένα αποτύπωμα μνήμης που επιμένει μέσα στη σύγχρονη χειρονομία. Το νέο έργο δεν τον απορρίπτει, τον διαπερνά.

Κι έτσι, η πρόθεση δεν είναι η ρήξη αλλά ο επαναπροσδιορισμός μέσα από μετατόπιση: από την ιδεατή τελειότητα του σώματος στην εύθραυστη αλήθεια της σύγχρονης ύπαρξης. Η κίνηση, άλλοτε απόλυτα ελεγχόμενη και κλειστή σε έναν ιδανικό κύκλο, τώρα ανοίγεται ίσως ατελής, ίσως διακεκομμένη  προς έναν χώρο όπου το ανθρώπινο δεν είναι πλέον σύμβολο αλλά ερώτημα.

Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, το έργο δεν «διορθώνει» τον Δισκοβόλο. Τον αφουγκράζεται. Και μέσα από αυτή την ακρόαση, τον μεταφέρει από την ακινησία του μνημείου στη ρευστότητα της σύγχρονης εμπειρίας. 

  • Είναι ο αθλητής σας σύμβολο δύναμης ή ευθραυστότητας; 

 

Ο αθλητής… δεν είναι ποτέ ένα μόνο πράγμα. Είναι δύναμη, ναι! Αλλά όχι αυτή η θορυβώδης, η επιδεικτική. Είναι η δύναμη που ξυπνά πριν από το φως, που συνεχίζει όταν το σώμα λέει «φτάνει», που αντέχει τη σιωπή της ήττας χωρίς να διαλύεται.

Και ταυτόχρονα, είναι ευθραυστότητα. Γιατί κάθε σώμα που δοκιμάζεται, κάποτε λυγίζει. Κάθε ψυχή που διεκδικεί, κάποτε ραγίζει. Ο αθλητής ζει εκτεθειμένος  στο λάθος, στην πτώση, στην αμφιβολία. Δεν είναι άτρωτος. Είναι ανοιχτός. Ίσως, τελικά, να είναι σύμβολο της πιο ανθρώπινης ισορροπίας, της δύναμης που γεννιέται μέσα από την ευθραυστότητα.

Γιατί εκείνος που δεν φοβάται να σπάσει…είναι ο μόνος που μπορεί πραγματικά να σταθεί όρθιος! 

  • Τι ρόλο παίζει η ένταση του σώματος στη μεταφορά ενός βαθύτερου υπαρξιακού μηνύματος; 

 

Η ένταση του σώματος δεν είναι απλώς μια φυσική κατάσταση, είναι μια γλώσσα πριν από τη γλώσσα. Είναι το σημείο όπου το ανείπωτο ζητά διέξοδο. Σκέψου, το σώμα δεν ψεύδεται. Όταν σφίγγεται, όταν τεντώνεται, όταν αντιστέκεται ή παραδίδεται, καταγράφει μια αλήθεια που ο νους συχνά φοβάται να αρθρώσει. Η ένταση γίνεται έτσι φορέας ενός υπαρξιακού μηνύματος ως βίωμα.

Σε μια βαθύτερη ανάγνωση, η ένταση είναι το όριο. Εκεί που το μέσα συγκρούεται με το έξω. Εκεί που το «είμαι» δεν συμφιλιώνεται ακόμη με το «υπάρχω». Είναι μια ρωγμή ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα. Και μέσα σε αυτή τη ρωγμή γεννιέται το νόημα.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις πιο καθοριστικές στιγμές της ύπαρξης έρωτας, απώλεια, φόβος, αποκάλυψη το σώμα «κραυγάζει» χωρίς φωνή. Η ένταση τότε δεν είναι εμπόδιο, είναι μεταφορά. Μεταφέρει κάτι αρχέγονο, σχεδόν ιερό: την αγωνία του ανθρώπου να βρει θέση μέσα στον κόσμο και μέσα στον εαυτό του.

Κι αν το δούμε πιο ποιητικά, η ένταση είναι μια προσευχή που δεν ειπώθηκε. Ένα κάλεσμα για συμφιλίωση. Γιατί κάθε σφιγμένος μυς κρύβει μια ανάγκη: να αφεθεί, να ακουστεί, να υπάρξει χωρίς άμυνα.

Άρα, η ένταση του σώματος δεν είναι απλώς σύμπτωμα. Είναι μήνυμα. Και μάλιστα από τα πιο αληθινά. 

Για «Η Γυναίκα της Κρήτης»

  • Η μορφή της Κρητικής γυναίκας στο έργο σας φέρει κάτι από μνήμη, κάτι από γη και κάτι από σιωπή. Ποια ιστορία κουβαλά;

 

Κουβαλά μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ ολόκληρη.

Η κρητική γυναίκα δεν αφηγείται, υπαινίσσεται. Είναι από εκείνες τις μορφές που μαθαίνουν να στέκονται πριν μάθουν να μιλούν. Στο βλέμμα της υπάρχει η σκιά της μάνας της, και της μάνας της μάνας της  μια αλυσίδα σιωπών που δεν είναι αδυναμία, αλλά τρόπος να αντέχεις.

Έχει χώμα στα χέρια της, όχι μόνο γιατί δούλεψε, αλλά γιατί έθαψε. Όνειρα, πρόσωπα, λόγια που δεν βρήκαν τον καιρό να ειπωθούν. Και όμως, δεν τα ξέχασε. Τα κρατά σαν μικρά φυλαχτά μέσα της, και τα ποτίζει με υπομονή.

Η μνήμη της δεν είναι νοσταλγία, είναι ευθύνη. Να συνεχίσει χωρίς να προδώσει. Να αγαπήσει χωρίς να φανερώσει όλο το βάθος της αγάπης της. Να πονέσει χωρίς να ζητήσει εξήγηση.Και η σιωπή της… δεν είναι κενό. Είναι τόπος. Εκεί όπου καταλαγιάζουν οι φωνές του κόσμου και ακούγεται καθαρά μόνο ό,τι αξίζει να μείνει.

Αυτή είναι η ιστορία της:μια ζωή που δεν ζητά να ειπωθεί δυνατά, μόνο να αναγνωριστεί. 

  • Είναι η γυναίκα αυτή ένα πρόσωπο ή μια συλλογική ψυχή; 

 

Η γυναίκα δεν είναι ποτέ μόνο ένα πρόσωπο. Είναι ένας καθρέφτης που αντανακλά γενιές ολόκληρες, μια σιωπηλή κιβωτός μνήμης όπου φυλάσσονται ψίθυροι μητέρων, δάκρυα γιαγιάδων και όνειρα κοριτσιών που ακόμη δεν γεννήθηκαν. Στο βλέμμα της κατοικούν ιστορίες αιώνων, και στην καρδιά της πάλλεται ένας ρυθμός αρχέγονος, κοινός σε όλες τις γυναίκες της γης.

Κι όμως, παραμένει ταυτόχρονα μοναδική. Ένα ανεπανάληπτο πρόσωπο με τη δική του φωνή, τις δικές του πληγές και τη δική του διαδρομή προς το φως. Είναι σαν ένα αστέρι στον ουρανό: μέρος ενός απέραντου γαλαξία, αλλά με τη δική του ξεχωριστή λάμψη.

Έτσι, η γυναίκα είναι και τα δύο: είναι το «εγώ» και το «εμείς». Είναι η προσωπική της ιστορία που συναντά τη συλλογική μνήμη, το άτομο που ενσαρκώνει την πανανθρώπινη εμπειρία. Μέσα της συνυπάρχουν η μοναξιά και η κοινότητα, η σιωπή και η κραυγή, η γη και ο ουρανός. 

Κλείνοντας τη συζήτησή μας, ο Γιάννης Κοντός αφήνει την αίσθηση ενός δημιουργού που δεν αντιμετωπίζει την τέχνη απλώς ως μέσο έκφρασης, αλλά ως έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Η συμμετοχή του στην παρούσα έκθεση εικαστικών δεν αποτελεί μόνο έναν σταθμό στην καλλιτεχνική του πορεία, αλλά και μια πρόσκληση προς το κοινό να μοιραστεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα ερωτήματα που αποτυπώνονται στα έργα του.

Με ευαισθησία και ειλικρίνεια, ο καλλιτέχνης επιβεβαιώνει ότι η τέχνη παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός, που εξελίσσεται μέσα από την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση με τον θεατή. Η παρουσία του στην έκθεση ενισχύει τον καλλιτεχνικό διάλογο και αναδεικνύει τη σημασία της δημιουργίας ως πράξης μνήμης, αναζήτησης και ελπίδας.

Η συνέντευξη ολοκληρώνεται με την προσμονή των επόμενων καλλιτεχνικών του βημάτων, αφήνοντας το κοινό με την πεποίθηση ότι ο Γιάννης Κοντός θα συνεχίσει να εμπνέει και να συγκινεί μέσα από το έργο του.

Παραθέτω το κείμενο της κριτικής στο έργο του Γιάννη Κοντού από τον έγκριτο Ιστορικό – Κριτικό Έργων Τέχνης κο ΛΕΟΝΤΙΟ ΠΕΤΜΕΖΑ:

Η γοητεία της γλυπτικής μορφοποίησης στην τέχνη του Γιάννη Κοντού

Ο Γιάννης Κοντός μέσα από τις πολυποίκιλες καταγραφές των παραμέτρων που επικαλείται στην τεχνοτροπία του συνοψίζει τα συμπτωματικά αποτυπώματα της ευρύτερης γλυπτικής αλληλουχίας. Αναμφισβήτητα στον εικονιστικό λόγο των θεμάτων του επικρατεί ως συνέπεια το γόνιμο έδαφος των εικονίσεων που ευνοεί την αλληλουχία των συλλήψεων. Αντιμετωπίζει λειτουργικά τις υπάρχουσες δυνάμεις. Καθηλώνει παραγωγικά τις διαπιστώσεις που ενδυναμώνονται από τις νησίδες των καταθέσεων που φιλοτεχνεί με απόλυτα διανοητική εγκαρτέρηση. Ο εμπνευσμένος δημιουργός συνεισφέρει στην ενημέρωση του κοινού μέσα από τη στήριξη που παρέχει στην άνθηση της σκέψης. Η ανάγνωση που ακολουθεί σε σχέση με τα υλικά του, η δύναμη της επεξεργασίας της πέτρας και του μάρμαρου, ή λατρευτική ταύτιση με τη λάξευση της επένδυσης επιφέρει περίτεχνες διευθετήσεις δηλώνονται στην πλήρη αφοσίωσή του στην έντονη εκφραστικότητα. Τα επιτεύγματα της γραφής του που κοσμούν δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους είναι εκθέματα αξιόλογης και υψηλής κατάρτισης που μαζί με τη διακοσμητική πλαστικότητα εμπεριέχουν την υπέρβαση της αισθητικής φόρτισης. Η τέχνη του φανερώνει ανείπωτα μυστικά με φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Ο καλλιτέχνης επιδιώκει να αναδεικνύει τον εσωτερικό κόσμο των επιλεγμένων στοιχείων. Υποστηρίζει τις εκφραστικές και τις ψυχολογικές κλήσεις που αντιπροσωπεύουν άγνωστους αλλά συνάμα εκθαμβωτικούς κόσμους. Ενίοτε επισυνάπτει τα κατάλληλα τυπικά και ρεαλιστικά μοτίβα καθώς εμφανίζει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κάθε μορφικής απόδοσης. Η ζωηρότητα των αποκαλύψεων είναι διάχυτη παντού στη δημιουργία του Γιάννη Κοντού. Παραπέμπει εύληπτα στην αισθαντική προσομοίωση των διατάξεων της ωρίμανσης. Τα έργα του έχουν αυτούσιο ύφος που προκαλούν συναισθηματικές επισημάνσεις. Η διάστασή τους σηματοδοτείται από τους τολμηρούς και τους ζωηρούς συνδυασμούς που καθορίζουν την παρορμητική γραφή σε μια δελεαστική και εκρηκτική νέα παραστατικότητα. Οι συνθέσεις αφηγούνται στιγμές από εποχές, είναι μνημεία με αναφορές σε ιστορίες που υπενθυμίζουν συναρπαστικές εκδοχές, αποτελέσματα της ποιητικής και της συνθετικής εργασίας. Αποτελούν απόσταγμα από την εμπειρία των γνώσεων και των βιωμάτων. Αποδίδονται με σύνοψη και επιγραμματικούς τόνους, με ουσιώδη συνεκτικότητα με αφαιρετική μεστότητα προς το αντικείμενό τους. Η ποιότητα των δεδομένων αυτών αντιστοιχεί σε υποδοχείς με ευγενέστερες νοητικές λειτουργίες.

Λεόντιος Πετμεζάς Ιστορικός, Κριτικός Τέχνης.

ΚΑΜΙΝΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ- ΑΘΗΝΑ

ΚΑΜΙΝΙ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ, ο γλύπτης ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ εκθέτει 2 έργα του λαξευμένα σε πέτρα δια χειρός

Η συντονίστρια και καθοδηγητής στην ART WAY κα Αφροδίτη Δρακοπούλου Σάρδη με τον κριτικό έργων Τέχνης κο Λεόντιο Πετμεζά

ΚΑΜΙΝΙ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ Γιαννής Κοντός μαζί με τον ερευνητή ιστορικών αρχείων του κράτους κο Κώστα Τσικνάκη και τον ιατρό κο Νίκο Καγκλή

Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφοςκαι ραδιοφωνική παραγωγός]