Ο απαγορευμένος έρωτας που συγκλονίζει 162 χρόνια αργότερα – Το μυστικό πίσω από τον πίνακα «Η Συνάντηση στις Σκάλες του Πύργου»
Ξεχάστε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Ο έρωτας της Hellelil και του Hildebrand, όπως αποτυπώνεται στον πίνακα του Φρέντερικ Γουίλιαμ Μπάρτον «Η Συνάντηση στις Σκάλες του Πύργου» (The Meeting on the Turret Stairs), έχει καταφέρει να συγκινεί βαθιά το κοινό για περισσότερο από ενάμιση αιώνα και σήμερα γνωρίζει νέα άνθηση δημοτικότητας χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αν και δημιουργήθηκε το 1864, το έργο έχει γίνει τα τελευταία χρόνια viral στο TikTok με επισκέπτες να περιγράφουν την εμπειρία θέασης τους ως «μια στιγμή που κόβει την ανάσα» και «που σου αλλάζει τη ζωή». Η ένταση του συναισθήματος που αποπνέει η σκηνή φαίνεται να αγγίζει το σύγχρονο κοινό όσο και τους θεατές του 19ου αιώνα.
Το έργο, ζωγραφισμένο με έντονες αποχρώσεις κόκκινου και μπλε, απεικονίζει την τελευταία συνάντηση της πριγκίπισσας Hellelil με τον αγαπημένο της Hildebrand, λίγο πριν από τον θάνατό του. Εκείνος, σωματοφύλακας που ερωτεύτηκε την πριγκίπισσα την οποία προστάτευε, γνωρίζει ότι η μοίρα του έχει ήδη σφραγιστεί, αφού ο αυστηρός πατέρας της έχει διατάξει την εκτέλεσή του.
Η σκηνή βασίζεται σε μεσαιωνική δανέζικη μπαλάντα, μεταφρασμένη το 1855 από τον φίλο του Μπάρτον, Γουίτλι Στόουκς. Στο ποίημα, η Hellelil αφηγείται τον έρωτά της πριν οδηγηθεί και η ίδια σε τραγικό τέλος. Στην αρχική εκδοχή της ιστορίας, ο πατέρας διατάζει τους επτά γιους του να σκοτώσουν τον Hildebrand, αλλά εκείνος σκοτώνει τον πατέρα και έξι από τους αδελφούς, όμως η αιματοχυσία δεν είναι το επίκεντρο του πίνακα. Ο Μπάρτον επιλέγει να εστιάσει στη ρομαντική, ανθρώπινη διάσταση, μια τρυφερή, αποχαιρετιστήρια συνάντηση σε μια σπειροειδή σκάλα πύργου, λίγο πριν από την καταστροφή.

Ο Μπάρτον (1816-1900), γεννημένος στην Ιρλανδία, ξεκίνησε την καριέρα του ζωγραφίζοντας μινιατούρες και αρχαία μνημεία. Αργότερα μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως υδατογράφος, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης. Ήταν θαυμαστής των Προραφαηλιτών ζωγράφων, γεγονός που διακρίνεται έντονα στον πιο δημοφιλή του πίνακα.
Ο συγγραφέας Τζορτζ Έλιοτ, φίλος του ζωγράφου, σχολίασε για το έργο ότι «Θα μπορούσε να είχε γίνει το πιο χυδαίο πράγμα στον κόσμο, αλλά ο καλλιτέχνης το έχει ανεβάσει στο υψηλότερο επίπεδο του εκλεπτυσμένου συναισθήματος». Ιδιαίτερη εντύπωση του είχε προκαλέσει η έκφραση του Hildebrand, τον οποίο περιέγραψε ως «έναν άνδρα για τον οποίο το φιλί είναι ιερό μυστήριο».
Σήμερα, ο πίνακας φιλοξενείται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ιρλανδίας και προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες κάθε εβδομάδα. Ωστόσο, το κοινό μπορεί να τον δει μόνο για δύο ώρες την εβδομάδα.
Ο λόγος είναι η ευαισθησία των υλικών. Ο Μπάρτον χρησιμοποίησε γκουάς, ένα υδατοδιαλυτό χρώμα με έντονες αποχρώσεις, αλλά ιδιαίτερα ευαίσθητο στο φως. Η παρατεταμένη έκθεση σε ηλιακό ή υπεριώδες φως μπορεί να προκαλέσει ξεθώριασμα. Για την προστασία του έργου, ο φωτισμός διατηρείται χαμηλός, ενώ μετά το πέρας των δύο ωρών θέασης, το έργο τοποθετείται σε ειδικά σχεδιασμένο ντουλάπι, σε μια διαδικασία που περιγράφεται ως σχεδόν τελετουργική.


Παρά την ευθραυστότητά του, τα χρώματα παραμένουν εντυπωσιακά ζωντανά 162 χρόνια μετά τη δημιουργία του. Κοντά στο αριστερό πόδι της Hellelil διακρίνονται λευκά πέταλα, πιθανότατα τσακισμένα τριαντάφυλλα. Σύμφωνα με τη διευθύντρια της Πινακοθήκης, Δρ. Καρολάιν Κάμπελ, τα λευκά τριαντάφυλλα συμβολίζουν την αγνότητα και την αφοσίωση.
Η ίδια έχει δηλώσει: «Όταν τον είδα για πρώτη φορά, εντυπωσιάστηκα από το εκθαμβωτικό μπλε του φορέματος της Hellelil, τα φωτεινά χρώματα και την ένταση της στιγμής που απεικονίζεται, αν και η Hellelil και ο Hildebrand δεν κοιτάζονται». Ο Hildebrand φαίνεται να φιλά το χέρι της, ενώ εκείνη αποστρέφει το βλέμμα, ανίκανη να διαχειριστεί το βάρος των συναισθημάτων της.
Παρά το τραγικό τέλος της ιστορίας, στην Ιρλανδία το έργο έχει ταυτιστεί με τον ρομαντισμό. Το 2012 ψηφίστηκε ως ο αγαπημένος πίνακας του έθνους, ενώ, σύμφωνα με τη διεύθυνση της Πινακοθήκης, πολλά ζευγάρια επιλέγουν να αρραβωνιαστούν μπροστά του. Αντίγραφό του βρίσκεται ακόμη και στο κεντρικό ληξιαρχείο της πόλης, ενισχύοντας τον συμβολισμό του ως εικόνα αγάπης και γάμου.
Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί έμβλημα ακλόνητου ρομαντισμού εδώ και δεκαετίες μεταξύ των ιστορικών τέχνης και των Ιρλανδών και τώρα χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μια ολόκληρη νέα γενιά θαυμαστών ανακαλύπτει αυτόν τον πίνακα του 19ου αιώνα για πρώτη φορά.
Ανάμεσα στην διαλυμένη κουλτούρα των ερωτικών σχέσεων, η αμετανόητη ωδή του Μπάρτον στον ρομαντισμό παραπέμπει σε μια εποχή όπου οι δηλώσεις αγάπης γίνονταν αυτοπροσώπως. Επομένως, «Η Συνάντηση στις Σκάλες του Πύργου» μοιάζει ταυτόχρονα με μια μεσαιωνική χρονοκάψουλα από το 1864 και σε μεγάλο βαθμό με αυτό που χρειάζεται το 2026.
Μετάφραση – Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Καρακάση
Με πληροφορίες από: BBC
Πηγή ertnews.gr



