Ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας: Πρώτη αιτία νομικής τυφλότητας σε ποσοστό σχεδόν 50% για άτομα άνω των 80 - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας: Πρώτη αιτία νομικής τυφλότητας σε ποσοστό σχεδόν 50% για άτομα άνω των 80

19 Οκτωβρίου 2026 -


Περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας, ενώ ο αριθμός αναμένεται να φτάσει τα 300 εκατομμύρια έως το 2040.

Tην ίδια ώρα, σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή Οφθαλμολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Τρίφωνα Ρότσο, αποτελεί την πρώτη αιτία νομικής τυφλότητας στον ανεπτυγμένο κόσμο, σε ποσοστό 10 με 13% πάνω από τα 60 έτη, το οποίο φτάνει σχεδόν στο 50% σε ηλικία άνω των 80-85 ετών.

Σε συνέντευξη που παραχωρεί στο Πρακτορείο Fm και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου «104,9 Μυστικά Υγείας» τονίζει μεταξύ άλλων ότι η έγκαιρη διάγνωση, οι εξελίξεις στις ενέσιμες θεραπείες και οι νέες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν νέες προοπτικές για τη διατήρηση της όρασης. Ο καθηγητής μιλά αναλυτικά για τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης των συμπτωμάτων, τις διαφορές μεταξύ των δύο μορφών της νόσου, αλλά και τις νεότερες θεραπευτικές δυνατότητες.

Γενετικοί παράγοντες, κάπνισμα, περιβάλλον και αύξηση της ηλικίας φέρουν ευθύνη

Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι, όπως ανέφερε ο κ. Ρότσος, μια νόσος φθοράς, η οποία προσβάλλει το τμήμα του αμφιβληστροειδούς που είναι υπεύθυνο για την κεντρική όραση.

«Η ωχρά κηλίδα επιτρέπει στον άνθρωπο να διαβάζει, να αναγνωρίζει πρόσωπα και να διακρίνει τις λεπτομέρειες, επομένως η βλάβη της μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα και την ανεξαρτησία του. Η πάθηση γίνεται συχνότερη όσο αυξάνεται η ηλικία, με την επιβάρυνση να είναι ιδιαίτερα σημαντική μετά τα 80-85 έτη.

Στην εμφάνισή της συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, η γενετική προδιάθεση, το κάπνισμα και περιβαλλοντικοί παράγοντες, ενώ η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το φορτίο της νόσου».

Ξηρή και υγρή μορφή: Γιατί έχει σημασία η διάκριση – Ποιο σύμπτωμα χτυπάει καμπανάκι στον ασθενή

Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας διακρίνεται σε δύο βασικές μορφές, την ξηρού τύπου και την υγρού τύπου, ή εξιδρωματική. «Η ξηρή μορφή είναι η συχνότερη, ενώ η υγρή μορφή είναι λιγότερο συχνή, αλλά μπορεί να προκαλέσει ταχύτερη απώλεια της όρασης και απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση. Η αναγνώριση της μορφής της νόσου είναι καθοριστική για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής στρατηγικής και την παρακολούθηση της εξέλιξής της».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο καθηγητής στα πρώιμα συμπτώματα, τα οποία μπορεί να αποδοθούν λανθασμένα στην ηλικία, ή στην ανάγκη αλλαγής γυαλιών. «Ένα χαρακτηριστικό προειδοποιητικό σημάδι είναι η μεταμορφοψία, δηλαδή η παραμόρφωση των ευθειών γραμμών. Ο ασθενής μπορεί, για παράδειγμα, να παρατηρήσει ότι οι γραμμές που προηγουμένως έβλεπε ευθείες εμφανίζονται ξαφνικά κυρτές ή στραβές.

Αντίστοιχα, μπορεί να δυσκολεύεται να διακρίνει καθαρά τις λεπτομέρειες ή να παρουσιάζει θόλωση στο κέντρο της όρασης».

Ο κ. Ρότσος επισήμανε σύμφωνα με το ΑΠΕ, ότι, όταν η όραση δεν βελτιώνεται παρά την αλλαγή γυαλιών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο να υπάρχει πρόβλημα στην ωχρά κηλίδα. Για τον λόγο αυτό, συνέστησε ετήσιο οφθαλμολογικό έλεγχο, ενώ τόνισε ότι η ξαφνική παραμόρφωση των γραμμών, ή η απότομη μείωση της όρασης, επιβάλλουν άμεση εξέταση από οφθαλμίατρο. «Η καθυστέρηση μπορεί να αποδειχθεί επιβαρυντική, καθώς ασθενείς που προσέρχονται με ήδη σημαντικά μειωμένη οπτική οξύτητα ενδέχεται να έχουν αναπτύξει αλλοιώσεις, οι οποίες περιορίζουν τις δυνατότητες αποκατάστασης».

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση αρχίζει με την οφθαλμολογική εξέταση και τη βυθοσκόπηση. Εφόσον εντοπιστούν ύποπτα ευρήματα, ο οφθαλμίατρος μπορεί να ζητήσει εξειδικευμένες απεικονιστικές εξετάσεις. «Μεταξύ αυτών, είναι η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), η οποία επιτρέπει τη λεπτομερή απεικόνιση των στιβάδων του αμφιβληστροειδούς και συμβάλλει στην αξιολόγηση των αλλοιώσεων της ωχράς κηλίδας. Η έγκαιρη διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική στην υγρή μορφή, καθώς η γρήγορη έναρξη θεραπείας μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της όρασης».

Έως 20 εβδομάδες χωρίς ένεση με τα νεότερα φάρμακα

Στην υγρή μορφή της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, σύμφωνα με τον καθηγητή, βασική θεραπευτική επιλογή αποτελούν οι ενδοϋαλοειδικές εγχύσεις φαρμάκων.«Οι θεραπείες αυτές χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και έχουν αλλάξει σημαντικά την αντιμετώπιση της νόσου. Σε πολλούς ασθενείς μπορούν να σταθεροποιήσουν ή ακόμη και να βελτιώσουν την όραση.

Ωστόσο, ένα από τα βασικά προβλήματα ήταν η ανάγκη για συχνές επαναχορηγήσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις κάθε μήνα, γεγονός που επιβαρύνει τους ασθενείς και τις οικογένειες τους. Η ανάπτυξη νεότερων φαρμάκων έχει επιτρέψει την επιμήκυνση των μεσοδιαστημάτων μεταξύ των εγχύσεων. Σε επιλεγμένους ασθενείς και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τα διαστήματα μπορούν να φτάσουν περίπου τους τέσσερις μήνες, ενώ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις με μεσοδιάστημα έως και 20 εβδομάδων.

Η συχνότητα των εγχύσεων εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς και τη δραστηριότητα της νόσου, καθώς η παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη ακόμη και όταν τα διαστήματα μεταξύ των θεραπειών μεγαλώνουν».

Τι ισχύει για την ξηρή μορφή και τα συμπληρώματα διατροφής

Η αντιμετώπιση της ξηρής μορφής διαφοροποιείται από εκείνη της υγρής, καθώς δεν υπάρχει μία ενιαία θεραπεία που να εφαρμόζεται σε όλους τους ασθενείς. Ο καθηγητής συνέστησε την αποφυγή του καπνίσματος, την προστασία των ματιών από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία με κατάλληλα γυαλιά ηλίου και την υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά και στα ψάρια που είναι πλούσια σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, όπως οι σαρδέλες και το σκουμπρί.

Παράλληλα, ανέφερε ότι συγκεκριμένα συμπληρώματα διατροφής, τα οποία περιέχουν αντιοξειδωτικά και ουσίες που σχετίζονται με τις χρωστικές της ωχράς κηλίδας, μπορούν να συμβάλουν στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς.

«Η επιλογή τους, ωστόσο, πρέπει να γίνεται με βάση το στάδιο της εκφύλισης και τις οδηγίες του οφθαλμιάτρου, καθώς δεν ωφελούνται όλοι οι ασθενείς με τον ίδιο τρόπο».

Γονιδιακή θεραπεία: Η προοπτική της μείωσης των επαναλαμβανόμενων εγχύσεων

Ακούμε συχνά πλέον για τη γονιδιακή θεραπεία ως την υπόσχεση για μια θεραπεία «μία κι έξω». Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι κλινικές δοκιμές και πόσο κοντά είμαστε στο να εφαρμόζεται ως θεραπεία ρουτίνας, ρωτήθηκε ο καθηγητής. «Μία από τις ερευνητικές κατευθύνσεις που εξετάζονται είναι η γονιδιακή θεραπεία, με στόχο ο αμφιβληστροειδής να μπορεί να παράγει ο ίδιος τη θεραπευτική ουσία και να περιοριστεί η ανάγκη για επαναλαμβανόμενες ενέσεις.

Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται υπό διερεύνηση και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, μεταξύ των οποίων η αποτελεσματικότητα και το κόστος. Παράλληλα, αναπτύσσονται νέα φάρμακα που δρουν μέσω διαφορετικών μηχανισμών, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη κλινικές μελέτες προχωρημένων φάσεων. Στόχος είναι η αποτελεσματικότερη και πιο μακροχρόνια αντιμετώπιση της νόσου, με μικρότερη επιβάρυνση για τους ασθενείς».

Τεχνητή νοημοσύνη και κατ’ οίκον έλεγχος της όρασης

Σημαντικές προοπτικές διαγράφονται και από την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην παρακολούθηση της νόσου. Όπως ανέφερε ο κ. Ρότσος, αναπτύσσονται συστήματα κατ’ οίκον ελέγχου, μέσω των οποίων οι ασθενείς θα μπορούν να πραγματοποιούν ορισμένες εξετάσεις με ειδικές συσκευές.

Στη συνέχεια, αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης θα αναλύουν τα δεδομένα, αναζητώντας ενδείξεις που σχετίζονται με τη νόσο και την εξέλιξή της. «Σε ένα τέτοιο μοντέλο, η τεχνολογία θα μπορούσε να ειδοποιεί τον ασθενή όταν χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος και να διευκολύνει την παραπομπή του σε εξειδικευμένο κέντρο».

Ο κ. Ρότσος εκτίμησε ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αποκτήσει σημαντικό ρόλο στην κλινική πράξη, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι οι εφαρμογές αυτές χρειάζονται περαιτέρω ανάπτυξη και αξιολόγηση πριν ενσωματωθούν ευρύτερα στην καθημερινή κλινική πρακτική.

«Το βασικό μήνυμα είναι ότι η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων, η τακτική παρακολούθηση και η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη διατήρηση της όρασης και της ανεξαρτησίας των ανθρώπων που πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας».



Πηγή in.gr