Εξέταση εμφανίζει τον αόρατο καρκίνο μαστού μέχρι και 15 μήνες νωρίτερα - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Εξέταση εμφανίζει τον αόρατο καρκίνο μαστού μέχρι και 15 μήνες νωρίτερα

6 Ιανουαρίου 2026 -


Στον καρκίνο του μαστού, συχνά, η υποτροπή ξεκινά πολύ πριν γίνει ορατή. Μικροσκοπικές συστάδες υπολειμματικών καρκινικών κυττάρων μπορεί να επιμένουν μετά τη θεραπεία, οδηγώντας αθόρυβα στην υποτροπή, καθώς παραμένουν αόρατες στη συμβατική απεικόνιση.

Η ελάχιστη υπολειμματική νόσος, μπορεί πλέον να ανιχνευτεί από το DNA του όγκου (ctDNA) που κυκλοφορεί στο αίμα, αλλάζοντας την πραγματικότητα.

Σε σχετική επιστημονική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Cancer Biology & Medicine σημειώνεται ότι «Καταγράφοντας μοριακά ίχνη καρκίνου σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, η παρακολούθηση με βάση το ctDNA μπορεί να αποκαλύψει τον κίνδυνο υποτροπής μήνες πριν από τα κλινικά συμπτώματα. Η προσέγγιση σηματοδοτεί μια μετατόπιση από την παθητική παρακολούθηση στην έγκαιρη παρέμβαση, με ακρίβεια, προσφέροντας στους κλινικούς γιατρούς μια νέα ευκαιρία να εντοπίσουν ασθενείς υψηλού κινδύνου, να προσαρμόσουν τις στρατηγικές θεραπείας σε πραγματικό χρόνο και ενδεχομένως να σταματήσουν τη μετάσταση πριν αυτή επικρατήσει.

Παρά τις σημαντικές θεραπευτικές προόδους, ο κίνδυνος υποτροπής του καρκίνου του μαστού παραμένει ισχυρός, ιδίως σε ασθενείς με νόσο πρώιμου σταδίου που φαινομενικά απαλλάχθηκαν από νόσο μετά τη θεραπεία.

Η εξέταση στο ctDNA του όγκου που κυκλοφορεί στο αίμα, μπορεί να ανιχνεύσει υπολειμματική νόσο, να προβλέψει υποτροπή και να καθορίσει τις θεραπευτικές αποφάσεις

Κύτταρα καρκίνου μαστού στο μικροσκόπιο

Σήμερα, η παρακολούθηση εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απεικόνιση και τους αιματολογικούς δείκτες, όμως τα μέσα αυτά δυσκολεύονται να ανιχνεύσουν τη νόσο σε μικροσκοπικό επίπεδο.

Όσο για τις βιοψίες ιστών, μπορεί να παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, όμως είναι επεμβατικές και δεν μπορούν να επαναλαμβάνονται συχνά, ούτε μπορούν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη του όγκου στην πάροδο του χρόνου.

Το αποτέλεσμα είναι οι κλινικοί γιατροί συχνά να ειδοποιούνται για υποτροπή, μόνο μετά την εγκατάσταση μεταστάσεων.

Τα κενά αυτά στρέφουν το επιστημονικό ενδιαφέρον σε τεχνολογίες υγρής βιοψίας, οι οποίες μπορούν να παρακολουθήσουν τον καρκίνο σε μοριακό επίπεδο μέσω μιας απλής αιμοληψίας.

Οι επιστήμονες από το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Κίνας και το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Νταλιάν επισημαίνουν ότι οι προκλήσεις αυτές οδηγούν στην ανάπτυξη στρατηγικών που βασίζονται στην ελάχιστη υπολειμματική νόσο και οι οποίες θα επιτρέπουν την έγκαιρη και ακριβέστερη παρακολούθηση της υποτροπής του καρκίνου του μαστού.

Στην ανασκόπηση οι επιστήμονες εξέτασαν με ποιόν τρόπο η ανίχνευση της ελάχιστης υπολειμματικής νόσου μπορεί να αλλάξει τη διαχείριση του καρκίνου του μαστού. Συνδυάζοντας κλινικά στοιχεία, τεχνολογικές εξελίξεις και βιολογικές γνώσεις, η μελέτη δείχνει πώς η εξέταση στο ctDNA του όγκου που κυκλοφορεί στο αίμα, μπορεί να ανιχνεύσει υπολειμματική νόσο, να προβλέψει υποτροπή και να καθορίσει τις θεραπευτικές αποφάσεις. Η ανασκόπηση τοποθετεί την παρακολούθηση της ελάχιστα υπολειμματικής νόσου ως βασικό βήμα για περίθαλψη του καρκίνου του μαστού με ακρίβεια.

Η ανασκόπηση περιγράφει δύο κύριες στρατηγικές ανίχνευσης της ελάχιστα υπολειμματικής νόσου που βασίζονται στο ctDNA. Οι προσεγγίσεις που βασίζονται στον όγκο αναλύουν τον αρχικό όγκο του ασθενή με εξατομικευμένα τεστ που μπορούν να ανιχνεύσουν ctDNA σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Αυτές οι μέθοδοι προσφέρουν υψηλή εξειδίκευση και επιτρέπουν στους γιατρούς να παρακολουθούν την εξέλιξη του όγκου και την επερχόμενη αντοχή. Παράλληλα, η διερεύνηση παραμέτρων που δεν εξαρτώνται από τον όγκο, όπως πάνελ γονιδιακού ελέγχου ή ελέγχου μεθυλίωσης, δείχνουν κάποια ευαισθησία για την ταχύτητα, τυποποίηση και ευρύτερη ανάλυση της κατάστασης.

Σε πολλαπλές κλινικές μελέτες, το θετικό ctDNA μετά από χειρουργική επέμβαση σηματοδοτεί σταθερά έναν δραματικά υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής και μικρότερη επιβίωση. Σε πολλές περιπτώσεις, η μοριακή υποτροπή ανιχνεύεται 8 – 15 μήνες πριν εμφανιστούν ακτινογραφικά στοιχεία. Η δυναμική του ctDNA παρακολουθεί στενά την ανταπόκριση στη θεραπεία: η έγκαιρη κάθαρση προβλέπει ευνοϊκά αποτελέσματα, ενώ η συνεχής ανίχνευση δηλώνει αντοχή.

Πρόσφατες μελέτες έδειξαν μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη σε ότι αφορά τις θεραπείες στην ελάχιστα υπολειμματική νόσο, όπως η αλλαγή ενδοκρινικών φαρμάκων ή η εντατικοποίηση στοχευμένων θεραπευτικών σχημάτων, καθώς διαπιστώθηκε ότι μπορούν να επεκτείνουν σημαντικά την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου. Συνολικά, αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν την ελάχιστα υπολειμματική νόσο, όχι μόνο ως προγνωστικό δείκτη, αλλά και ως ένα ενεργό εργαλείο λήψης αποφάσεων που γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ των κλασσικών πρωτοκόλλων θεραπείας και της εξατομικευμένης περίθαλψης.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η ανίχνευση της ελάχιστα υπολειμματικής νόσου αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι κλινικοί γιατροί σκέφτονται τον κίνδυνο υποτροπής. «Το ctDNA μας επιτρέπει να ανιχνεύουμε την καρκινική δραστηριότητα που η απεικόνιση απλά δεν μπορεί να καταγράψει», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης και τονίζουν ότι «Αποκαλύπτοντας έγκαιρα την μοριακή υποτροπή, η παρακολούθηση της ελάχιστα υπολειμματικής νόσου ανοίγει ένα κρίσιμο παράθυρο για παρέμβαση, όταν το φορτίο της νόσου είναι ακόμα χαμηλό».

Ταυτόχρονα, οι συγγραφείς επισημαίνουν τη σημασία της προσεκτικής εφαρμογής, σημειώνοντας ότι η τυποποίηση των δοκιμασιών, τα βέλτιστα όρια και τα κατάλληλα διαστήματα δοκιμών πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια για να αποφευχθεί η υπερβολική ή η υπολειπόμενη θεραπεία.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η παρακολούθηση με βάση την ελάχιστα υπολειμματική νόσο, θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει τη μετεγχειρητική φροντίδα στον καρκίνο του μαστού. Οι ασθενείς με επίμονο ctDNA μπορεί να είναι υποψήφιες για πρώιμη εντατικότερη θεραπεία, ενώ όσες παραμένουν αρνητικές στην ελάχιστα υπολειμματική νόσο, θα μπορούσαν με ασφάλεια να αποφύγουν την περιττή τοξικότητα των θεραπειών.

Πέρα όμως από την κλινική πρακτική, η αναγνώριση της ελάχιστα υπολειμματικής νόσου προσφέρει ισχυρά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη κλινικών μελετών και φαρμάκων, με στόχο τον εντοπισμό πληθυσμών υψηλού κινδύνου και την έγκαιρη αξιολόγηση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων.

Ενόσω οι τεχνολογίες ωριμάζουν και το κόστος μειώνεται, η εξέταση για ελάχιστα υπολειμματική νόσο που βασίζεται στο ctDNA εκτιμάται ότι θα χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή περίθαλψη, διασφαλίζοντας την έγκαιρη παρέμβαση ακριβείας στη διαχείριση του καρκίνου του μαστού.



Πηγή in.gr