Eurostat: Μισθολογικό χάσμα στην ΕΕ – Ένας μισθός στο Λουξεμβούργο ισούται με 4,5 μισθούς στην Ελλάδα - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Eurostat: Μισθολογικό χάσμα στην ΕΕ – Ένας μισθός στο Λουξεμβούργο ισούται με 4,5 μισθούς στην Ελλάδα

6 Νοεμβρίου 2026 -

Βαθύ παραμένει το μισθολογικό χάσμα που χωρίζει την Ελλάδα από τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – με εξαίρεση την Βουλγαρία, ως συνήθως – καθώς, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 4,3% το 2025, ενώ στη χώρα μας βρίσκεται καθηλωμένος στον πάτο της λίστας, διαψεύδοντας το κυβερνητικό αφήγημα περί «ευημερίας» των Ελλήνων.

Ειδικότερα, το 2025, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης για τους εργαζομένους στην ΕΕ ανήλθε σε 41.500 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 4,3% σε σχέση με τα 39.800 ευρώ του 2024. Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί σε ονομαστική αύξηση 1.700 ευρώ μέσα σε ένα χρόνο.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη αύξηση δεν συνυπολογίζει την επίδραση του πληθωρισμού και, συνεπώς, δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη ενίσχυση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, ο υψηλότερος μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο (85.600 ευρώ), ακολουθούμενο από τη Δανία (73.500 ευρώ) και την Ιρλανδία (64.400 ευρώ).

Στον αντίποδα, οι χαμηλότεροι μέσοι ετήσιοι μισθοί πλήρους απασχόλησης καταγράφηκαν στη Βουλγαρία (16.200 ευρώ), την Ελλάδα (18.800 ευρώ) και την Ουγγαρία (20.100 ευρώ).

Χάσμα 22.700 ευρώ από τον μέσο όρο της ΕΕ

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ο μέσος εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα λαμβάνει ετησίως 22.700 ευρώ λιγότερα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ο ελληνικός μέσος μισθός αντιστοιχεί μόλις στο 45,3% του μέσου όρου της ΕΕ, με τη διαφορά να διαμορφώνεται στο 54,7%.

Με άλλα λόγια, ο μέσος μισθός στην ΕΕ είναι κατά 120,7% υψηλότερος από τον αντίστοιχο ελληνικό, ενώ ένας εργαζόμενος στο Λουξεμβούργο αμείβεται πάνω από 4,5 φορές περισσότερο σε σύγκριση με έναν εργαζόμενο στην Αθήνα ή την Σόφια.

Όταν ο μισθός δεν φτάνει για τα απαραίτητα

Παρά το γεγονός ότι το φαινόμενο της ακρίβειας είναι εκτεταμένο και ταλαιπωρεί σχεδόν όλη την Ευρώπη – ειδικά με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την εκτόξευση των τιμών στην ενέργεια – στην Ελλάδα, αν συνδυαστεί με τους χαμηλούς μισθούς, διαμορφώνει ένα εκρηκτικό μείγμα που δεν επιτρέπει στους πολίτες να εξασφαλίσουν ούτε τα απαραίτητα.

Στην χώρα μας, ο γενικός πληθωρισμός παρουσίασε νέα επιτάχυνση τον Οκτώβριο του 2026, σκαρφαλώνοντας στο 5,6% (από 5,1% τον Σεπτέμβριο), επιφέροντας σημαντικές αυξήσεις στα προϊόντα πρώτης ανάγκης.

Η ακρίβεια που ροκανίζει τα εισοδήματα στη χώρα μας αποτυπώνεται ανάγλυφα στην έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, σύμφωνα με την οποία ένα νοικοκυριό, για να ανταποκριθεί σε βασικές δαπάνες μια στοιχειωδώς αξιοπρεπούς διαβίωσης, χρειάζεται κάθε μήνα πάνω από 1.820 ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 5,5% σε σύγκριση με το 2024.

Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά στα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,4%), στη στέγαση (14,7%) και στις μεταφορές (13,6%) – τρεις κατηγορίες που «τρώνε» σχεδόν το μισό μηνιάτικο.

Το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (2,0%) καταγράφεται στην ασφάλεια και τις οικονομικές υπηρεσίες.

Όσο για τα νοικοκυριά που πληρώνουν ενοίκιο δαπανούν, κατά μέσο όρο, το 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους για στέγαση, εκ του οποίου το 17,3% αφορά στην καταβολή ενοικίου.

Πανάκριβα τα είδη διατροφής

Την ίδια στιγμή, παραμένουν «αλμυρές» οι τιμές στα είδη διατροφής, καθώς από το 2024 αυξήθηκε η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών στα εξής είδη:

– Καφές, τσάι και κακάο (11,9%), κρέας (9,9%), ψάρια (8,0%).
– Ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σιρόπια, σοκολάτα (6,5%), φρούτα (5,4%).
– Γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά (4,9%).
– Μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμοί φρούτων και λαχανικών (2,0%), αλεύρι, ψωμί, δημητριακά (2,0%) και λαχανικά (0,6%).

Στην έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνεται άλλωστε ότι, παρά τα διαφορετικά πρότυπα κατανάλωσης που παρατηρούνται ανάλογα με τον τύπο νοικοκυριού, η μεγαλύτερη δαπάνη που καταγράφεται σε όλους τους τύπους νοικοκυριών αφορά σε είδη διατροφής, με εξαίρεση τα μονομελή νοικοκυριά όπου το μέλος είναι ηλικίας μικρότερης των 65 ετών.

Πηγή in.gr