Επ. Ανταγωνισμού για ελαιόλαδο: Το «σύστημα» που φουσκώνει τις τιμές
Δεν είναι απλώς κακή σοδειά. Ούτε μόνο η κλιματική κρίση. Ούτε απλώς «εισαγόμενος πληθωρισμός»…
Οι δύο εκτενείς ερευνητικές μελέτες που έδωσε στη δημοσιότητα η Επιτροπή Ανταγωνισμού για τη διεθνή και την ελληνική αγορά του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου αποκαλύπτουν κάτι πολύ βαθύτερο: μια πολυεπίπεδη «μηχανή» που πολλαπλασιάζει, καθυστερεί και παγιώνει τις ανατιμήσεις.
Μια μηχανή που ξεκινά από τη Χαέν της Ανδαλουσίας, περνά από τα ιταλικά hubs ανάμειξης και branding και καταλήγει στα ελληνικά ράφια, όπου κάθε αλυσίδα παίζει το δικό της εμπορικό παιχνίδι.
Το μεσογειακό τρίγωνο των τιμών
Η πρώτη μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού χαρτογραφεί τη «γεωγραφία ισχύος» των τιμών του ελαιολάδου στη Μεσόγειο και καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που ανατρέπει την εικόνα μιας ενιαίας, ισότιμης ευρωπαϊκής αγοράς. Αντί για έναν ομοιογενή χώρο, προκύπτει ένα ασύμμετρο σύστημα, όπου η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα διαδραματίζουν τρεις πολύ διαφορετικούς ρόλους. Η Ισπανία, η οποία παράγει πάνω από το μισό παγκόσμιο ελαιόλαδο, λειτουργεί ως ο βασικός διαμορφωτής των τιμών: οι τιμές της αποτελούν το σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Μεσόγειο και οι μεταβολές τους μεταδίδονται ταχύτατα στις υπόλοιπες αγορές. Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, δεν καθορίζει τη μακροχρόνια τάση, αλλά λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής» της βραχυχρόνιας μεταβλητότητας. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας χύμα ελαιολάδου από Ισπανία και Ελλάδα, το αναμειγνύει, το τυποποιεί και το επανεξάγει παγκοσμίως, με αποτέλεσμα κάθε σοκ στην προσφορά ή στη φήμη της αγοράς να μετατρέπεται σε έντονες διακυμάνσεις τιμών. Η Ελλάδα, τέλος, εμφανίζεται ως ο παίκτης που προσαρμόζεται: οι ελληνικές τιμές ευθυγραμμίζονται με τις ισπανικές και, όταν υπάρχει απόκλιση, είναι η ελληνική αγορά που διορθώνει.
Το κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύει η μελέτη είναι ότι οι ανατιμήσεις δεν ενεργοποιούνται μόνο όταν μειώνεται πραγματικά η παραγωγή. Αντίθετα, ξεκινούν συχνά από την προσδοκία της έλλειψης. Κατά τη διάρκεια περιόδων αυξημένης αβεβαιότητας για τη σοδειά, όπως μετά από ξηρασίες ή καύσωνες, η αγορά «τιμολογεί» τον φόβο: κερδοσκοπικές κινήσεις και μαζικές αγορές ενισχύουν τις ανοδικές πιέσεις, δημιουργώντας κύματα μεταβλητότητας που προηγούνται της πραγματικής στενότητας στην προσφορά. Με αυτόν τον τρόπο, οι τιμές ανεβαίνουν νωρίτερα και περισσότερο απ’ όσο θα δικαιολογούσε μόνο η τελική εικόνα της παραγωγής.
Το σοκ στην Ελλάδα
Σε αυτή τη διεθνή εικόνα έρχεται να προστεθεί και ένα καθαρά ελληνικό φίλτρο: η ανελαστική προσφορά. Χιλιάδες μικροπαραγωγοί, υψηλή εσωτερική κατανάλωση και περιορισμένη χρηματοοικονομική οργάνωση της αγοράς σημαίνουν ότι ακόμη και σε περιόδους εκρηκτικής ανόδου των τιμών, η προσφορά δεν αυξάνεται άμεσα. Αποθέματα κρατούνται, η αγορά «στεγνώνει» και το σοκ αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση από ό,τι θα δικαιολογούσαν μόνο οι διεθνείς εξελίξεις.
Η δεύτερη μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού μεταφέρει το μικροσκόπιο στο επίπεδο του ραφιού και δείχνει ότι το διεθνές σοκ δεν περνά αυτούσιο στον καταναλωτή. Στα σούπερ μάρκετ δεν υπάρχει μία ενιαία αγορά ελαιολάδου, αλλά πολλαπλές παράλληλες αγορές που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες. Οι μεγάλες αλυσίδες δεν μετακυλίουν απλώς το κόστος, αλλά εφαρμόζουν ενεργητικές στρατηγικές τιμολόγησης, αλλάζοντας «σημεία αναφοράς» και βαθμούς ευθυγράμμισης ανάλογα με το αν οι τιμές βρίσκονται σε χαμηλά, μεσαία ή υψηλά επίπεδα. Το ελαιόλαδο μετατρέπεται έτσι από παθητικό προϊόν σε εργαλείο εμπορικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν τα ευρείας κυκλοφορίας, συγκρίσιμα brands. Εκεί, οι τιμές τείνουν να μεταδίδονται σχεδόν μηχανικά από αλυσίδα σε αλυσίδα, γεγονός που δημιουργεί ένα είδος «καρφώματος» της αγοράς σε υψηλά επίπεδα. Καμία αλυσίδα δεν κατεβάζει εύκολα μόνη της τις τιμές, με αποτέλεσμα η αποκλιμάκωση να καθυστερεί πολύ περισσότερο από την άνοδο.
«Μηχανή» ανατιμήσεων
Το συμπέρασμα των δύο μελετών είναι σαφές: το ελαιόλαδο ακρίβυνε επειδή λειτούργησαν ταυτόχρονα η διεθνής κερδοσκοπία προσδοκιών, η ανελαστική ελληνική προσφορά, ο ιταλικός ρόλος ως φίλτρο ανάμειξης και επανεξαγωγής και οι ενεργητικές στρατηγικές των αλυσίδων στο ράφι. Δηλαδή μια πλήρης «μηχανή ανατιμήσεων», που εξηγεί γιατί η επιστροφή σε «φυσιολογικές» τιμές αποδεικνύεται πολύ πιο αργή και δύσκολη από όσο θα περίμενε κανείς.
Σημειωτέον πως οι δύο μελέτες που δημοσιοποίησε η Επιτροπή Ανταγωνισμού εκπονήθηκαν από στελέχη της Μονάδας Χαρτογράφησης και Έρευνας Αγορών της Αρχής, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, και βασίζονται σε σύγχρονες οικονομετρικές μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται διεθνώς για την ανάλυση αγορών με υψηλή μεταβλητότητα.
Η μελέτη για τη διεθνή δυναμική των τιμών στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία υπογράφεται από τους Ιωάννα Χριστοδουλάκη, Αθανάσιο Δήμα, Δημήτριο Παναγιώτου και Αθανάσιο Σταυρακούδη και στηρίχθηκε σε πολυετή εβδομαδιαία στοιχεία τιμών παραγωγού, αξιοποιώντας συνδυασμό μοντέλων συνδιακύμανσης (DCC-GARCH) και μακροχρόνιας συσχέτισης (cointegration – VECM), προκειμένου να αποτυπωθεί τόσο η μακροχρόνια ισορροπία όσο και η βραχυχρόνια μετάδοση των κραδασμών μεταξύ των αγορών.
Η δεύτερη μελέτη, που αφορά τη διαμόρφωση των τελικών τιμών στην ελληνική λιανική, φέρει τις ίδιες υπογραφές και εξετάζει καθημερινά δεδομένα τιμών εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου σε τέσσερις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, για περίοδο άνω των δύο ετών (Μάρτιος 2023 – Νοέμβριος 2025). Οι ερευνητές ανέλυσαν τόσο το σύνολο των διαθέσιμων brands όσο και δύο κοινά brands που πωλούνται σε όλες τις αλυσίδες, εφαρμόζοντας ποσοστημοριακή παλινδρόμηση (quantile regression), προκειμένου να αποτυπώσουν πώς αλλάζουν οι ανταγωνιστικές σχέσεις και οι στρατηγικές τιμολόγησης ανάλογα με το επίπεδο των τιμών.
Πηγή: newmoney.gr



