Χάσμα νοσηρότητας: Το χάσμα ανάμεσα στο προσδόκιμο και στο υγιές προσδόκιμο ζωής – Ζούμε περισσότερο, ζούμε όμως καλύτερα;
Η πρόοδος της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και η αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου κατά τις τελευταίες δεκαετίες κατάφεραν κάτι που κάποτε φαντάζε εξωπραγματικό: Ουσιαστική αύξηση στο προσδόκιμο ζωής παγκοσμίως. Ωστόσο, η αύξηση των ετών που ζούμε δεν συνοδεύτηκε αυτόματα από ανάλογη αύξηση των ετών που διανύουμε με πλήρη υγεία. Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται επιστημονικά μέσω της έννοιας του «χάσματος νοσηρότητας».
Το αναδυόμενο φαινόμενο του «χάσματος νοσηρότητας», το οποίο περιγράφει την αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στο συνολικό προσδόκιμο ζωής και τα χρόνια που διανύουμε με πραγματική υγεία
Είναι ο ιατρικός και δημογραφικός όρος που περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στο προσδόκιμο ζωής και το προσδόκιμο υγιούς ζωής. Αντιπροσωπεύει, δηλαδή, τον αριθμό των ετών που ζει ένας άνθρωπος υποφέροντας από κακή υγεία, χρόνιες ασθένειες ή αναπηρία.
Προσδόκιμο ζωής: Μια νέα παγκόσμια πρόκληση
Η πρόσφατη, εκτενής μελέτη του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον, η οποία δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό The Lancet Public Health, χαρτογραφεί με ακρίβεια αυτή τη νέα παγκόσμια πρόκληση. Τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι, ενώ ο ανθρώπινος πληθυσμός κερδίζει χρόνια, ένα μεγάλο μέρος αυτού του πρόσθετου χρόνου βιώνεται υπό το βάρος χρόνιων παθήσεων, αναπηριών και περιορισμών στη λειτουργικότητα.
Το χάσμα αυξήθηκε παγκοσμίως από τα 8,8 έτη το 1990 στα 10,7 έτη το 2023. Το 2023, ο μέσος άνθρωπος πέρασε το 14,5% της ζωής του με κακή υγεία (σε σύγκριση με το 13,6% το 1990). Η διεύρυνση του χάσματος δεν εντοπίζεται μόνο στα τελευταία χρόνια της τρίτης ηλικίας, αλλά επεκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής.
Η μελέτη του IHME, η οποία ανέλυσε διαχρονικά δεδομένα από το 1990 έως το 2023, ανέδειξε μια σαφή και ανησυχητική τάση: το χάσμα νοσηρότητας διευρύνεται σχεδόν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη.
Παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής:
- Από 64,6 έτη το 1990, αυξήθηκε στα 73,8 έτη το 2023.
Προσδόκιμο υγιούς ζωής:
- Από 55,9 έτη το 1990, ανήλθε στα 63,1 έτη το 2023.
Παγκόσμιο χάσμα νοσηρότητας: Αυξήθηκε κατά 21,9%, μεταβαίνοντας από τα 8,8 έτη στα 10,7 έτη.
Η αύξηση αυτή δεν παρατηρείται αποκλειστικά στην τρίτη ηλικία, αλλά διατρέχει ολόκληρη την ενηλικίωση, υπογραμμίζοντας ότι οι χρόνιες ασθένειες εμφανίζονται νωρίτερα και διαρκούν περισσότερο.
Ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες, όπου τα ποσοστά επιβίωσης από οξέα περιστατικά (όπως εγκεφαλικά ή εμφράγματα) είναι υψηλά, το χάσμα νοσηρότητας λαμβάνει τις μεγαλύτερες διαστάσεις.
Τα δεδομένα για την Ελλάδα
Η Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της δημογραφικής και υγειονομικής μετάβασης. Τα στοιχεία της έρευνας του IHME για τη χώρα μας αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης.
Σύμφωνα με τη μελέτη οι Έλληνες περνούν κατά μέσο όρο σχεδόν 12 χρόνια από τη ζωή τους αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρόλο που το συνολικό προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα διαμορφώνεται κοντά στα 81,9 έτη (από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.), το προσδόκιμο υγιούς ζωής κινείται αισθητά χαμηλότερα, πέριξ των 69-70 ετών.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης αφορά τη σημαντική απόκλιση μεταξύ ανδρών και γυναικών:
Γυναίκες: Το χάσμα νοσηρότητας ανέρχεται στα 12,1 χρόνια. Αν και οι γυναίκες στην Ελλάδα υπερέχουν σταθερά στο συνολικό προσδόκιμο ζωής (φτάνοντας τα 84,3 έτη), βιώνουν περισσότερα χρόνια με χρόνια νόσο ή αναπηρία.
Άνδρες: Το χάσμα νοσηρότητας ανέρχεται στα 9,3 χρόνια. Οι άνδρες έχουν μικρότερο συνολικό προσδόκιμο ζωής (79,3 έτη), αλλά διατηρούν αναλογικά ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό υγιούς διαβίωσης.
Οι κυριότεροι υπαίτιοι για την απώλεια καλής υγείας
Η μελέτη του IHME δεν περιορίζεται στην καταγραφή των ετών, αλλά αναλύει τις συγκεκριμένες παθήσεις που στερούν την ποιότητα ζωής από τους πολίτες. Στην Ελλάδα, οι κυριότεροι υπαίτιοι για την απώλεια καλής υγείας είναι:
- Μυοσκελετικές διαταραχές: Αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα χρόνιας αναπηρίας. Παθήσεις όπως η οσφυαλγία, τα αυχενικά σύνδρομα και η οστεοαρθρίτιδα ευθύνονται από μόνες τους για 1,8 χρόνια χαμένης υγιούς ζωής ανά άτομο.
- Διαταραχές ψυχικής υγείας: Η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές καταγράφουν αλματώδη αύξηση. Υπολογίζεται ότι κοστίζουν στον πληθυσμό 1,6 χρόνια καλής υγείας.
- Καρδιομεταβολικά & χρόνια νοσήματα: Η ισχαιμική καρδιοπάθεια, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 προκαλούν πολυοργανικές επιπλοκές που μετατρέπουν τους ασθενείς σε χρόνιους χρήστες υπηρεσιών υγείας.
- Νευροεκφυλιστικές ασθένειες: Λόγω της προκεχωρημένης γήρανσης του πληθυσμού, η άνοια και η νόσος Αλτσχάιμερ επιβαρύνουν δραματικά τα τελευταία χρόνια της ζωής, δημιουργώντας παράλληλα τεράστιο κενό φροντίδας.
Το IHME υπογραμμίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου των χρόνιων νοσημάτων δεν καθορίζεται από την κληρονομικότητα, αλλά από το σύνολο των περιβαλλοντικών επιδράσεων, των συνηθειών και των συνθηκών διαβίωσης.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η διεύρυνση του χάσματος τροφοδοτείται από συγκεκριμένες συμπεριφορές:
- Παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο: Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων στην Ευρώπη (με ιδιαίτερα ανησυχητικά στοιχεία στην παιδική ηλικία), γεγονός που προδιαθέτει για πρόωρη εμφάνιση διαβήτη και υπέρτασης.
- Εγκατάλειψη της Μεσογειακής διατροφής: Η αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων και η καθιστική ζωή.
- Υψηλά ποσοστά καπνίσματος: Παρά τη σταδιακή κάμψη, το κάπνισμα παραμένει βασικός γενεσιουργός παράγοντας για αναπνευστικά και καρδιαγγειακά νοσήματα.
- Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Η αέρια ρύπανση στα αστικά κέντρα και η έκθεση σε ακραία θερμικά φαινόμενα επιβαρύνουν περαιτέρω τους ευάλωτους πληθυσμούς.
Επιπτώσεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) και την οικονομία
Η διεύρυνση του χάσματος νοσηρότητας δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική παρατήρηση, αλλά μια τεράστια πρόκληση για τη βιωσιμότητα της χώρας:
- Πίεση στις υποδομές υγείας: Η αύξηση της πολυνοσηρότητας στις ηλικίες άνω των 65 ετών συνεπάγεται αυξημένες εισαγωγές στα νοσοκομεία, πολυφαρμακία και μακροχρόνια νοσηλεία.
- Δημοσιονομικό κόστος: Οι δαπάνες για τη διαχείριση χρόνιων ασθενειών απορροφούν τη μερίδα του λέοντος του προϋπολογισμού για την υγεία, περιορίζοντας τους πόρους για την πρόληψη.
- Οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών: Στην Ελλάδα, ένα μεγάλο μέρος της μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων και αναπήρων καλύπτεται άτυπα από την οικογένεια, γεγονός που επηρεάζει την απασχόληση και την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού.
- Το στοίχημα του 21ου αιώνα μετατοπίζεται πλέον αποφασιστικά: το ζητούμενο δεν είναι απλώς να προσθέσουμε χρόνια στη ζωή, αλλά να προσθέσουμε ουσιαστική, υγιή ζωή στα χρόνια.
Πηγή in.gr




