Άτυπη οικονομία: Εργαζόμενοι χωρίς δικαιώματα και προστασία – Πρωτιά της Ελλάδας
Σε πολλές χώρες, της Ευρώπης, η άτυπη απασχόληση αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος της οικονομίας και της αγοράς εργασίας και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στη δημιουργία εισοδήματος.
Ωστόσο, η άτυπη κατάσταση θέτει τους εργαζόμενους σε υψηλότερο κίνδυνο ευαλωτότητας και επισφάλειας.
Η εργασία σε αυτήν την άτυπη ή γκρίζα οικονομία, όπως μερικές φορές ονομάζεται, αφήνει τους εργαζόμενους συχνά χωρίς καμία προστασία από την εργατική νομοθεσία, κοινωνικές παροχές όπως σύνταξη, ασφάλιση υγείας ή άδεια ασθενείας μετ’ αποδοχών. Εργάζονται συστηματικά για χαμηλότερους μισθούς και σε επικίνδυνες συνθήκες.
Όλο και πιο συχνή η άτυπη απασχόληση
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι αγορές εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχουν υποστεί σημαντικό μετασχηματισμό, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από την επέκταση της άτυπης απασχόλησης και των ευέλικτων εργασιακών ρυθμίσεων.
Ενώ οι μόνιμες συμβάσεις πλήρους απασχόλησης παραμένουν η κυρίαρχη μορφή απασχόλησης, οι άτυπες ρυθμίσεις, όπως οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης και οι προσωρινές, έχουν γίνει ολοένα και πιο συνηθισμένες.
Η μη τυπική απασχόληση δεν συνεπάγεται εγγενώς ευαλωτότητα εκ μέρους του εργαζομένου. Μπορεί να προσφέρει οφέλη τόσο για τους εργοδότες όσο και για τους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης παραγωγικότητας και της καλύτερης ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Ωστόσο, η ευαλωτότητα προκύπτει όταν η μη τυπική απασχόληση είναι ακούσια ή όταν τέμνονται πολλά μη τυπικά χαρακτηριστικά, όπως η ακούσια μερική απασχόληση και το προσωρινό καθεστώς.
Η ευαλωτότητα στην απασχόληση
Η παρούσα έκθεση του Eurofound εξετάζει την ευαλωτότητα από μια οπτική γωνία που βασίζεται στην εργασία.
Η ευαλωτότητα στην απασχόληση ορίζεται ως ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που περιλαμβάνει την ανεπάρκεια εισοδήματος, την ανασφάλεια στην απασχόληση και την έλλειψη δικαιωμάτων στον χώρο εργασίας. Διαφέρει από την ευρύτερη έννοια της ποιότητας της εργασίας, η οποία περιλαμβάνει διαστάσεις όπως τα κέρδη, αλλά περιλαμβάνει επίσης διαστάσεις όπως η ένταση της εργασίας, το φυσικό περιβάλλον και άλλες πτυχές της εργασιακής ζωής.
Η έκθεση αναλύει τις τάσεις στην επικράτηση της ευαλωτότητας στην απασχόληση σε ολόκληρη την ΕΕ-27 μεταξύ 2009 και 2021 και εξετάζει πώς η ευαλωτότητα σχετίζεται με διάφορες πτυχές της εργασιακής ζωής.
Επιπλέον, αξιολογεί τις σχετικές πολιτικές και νομοθετικές εξελίξεις που αποσκοπούν στον μετριασμό της ευαλωτότητας και στην υποστήριξη της μετάβασης σε πιο ασφαλείς και βιώσιμες μορφές απασχόλησης.
Η ευπάθεια στην απασχόληση αυξήθηκε σε ολόκληρη την ΕΕ μετά την οικονομική κρίση του 2007-2008, λόγω της αύξησης της ακούσιας προσωρινής και μερικής απασχόλησης, αλλά μειώνεται από το 2016 και πλέον βρίσκεται κάτω από το επίπεδο πριν από την κρίση.
Το 2021, η Ισπανία και η Ολλανδία παρουσίασαν τα υψηλότερα επίπεδα ευαλωτότητας, ενώ τα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ανέφεραν τα χαμηλότερα.
Η φύση της ευαλωτότητας στην απασχόληση διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Η ανεπάρκεια εισοδήματος είναι η κυρίαρχη διάσταση στα ηπειρωτικά κράτη μέλη και στα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ενώ η ανασφάλεια στην απασχόληση είναι πιο διαδεδομένη στα μεσογειακά και σκανδιναβικά κράτη μέλη.
Στην Ελλάδα το υψηλότερο ποσοστό ευαλωτότητας στην απασχόληση
Η έλλειψη δικαιωμάτων στον χώρο εργασίας συνέβαλε το μικρότερο μερίδιο στην ευαλωτότητα στην απασχόληση στην πλειονότητα των κρατών μελών, με το υψηλότερο μερίδιο να εντοπίζεται στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, η Ελλάδα κατέχει μακράν το υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη (αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας το 26% τα τελευταία έτη), ενώ παραμένει ουραγός συνολικά στην Ευρώπη και σε ποσοστά απασχόλησης αποφοίτων.
Αναλυτικότερα στοιχεία που καταγράφουν την ελληνική αγορά εργασίας:
- Αυτοαπασχόληση: Η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη (πάνω από 30%). Πολλοί από αυτούς είναι ουσιαστικά εξαρτημένοι από έναν μόνο εργοδότη, αλλά δεν έχουν τις ίδιες προστασίες.
- Εργαζόμενοι που ζουν στη φτώχεια: Η Ελλάδα παρουσιάζει σταθερά υψηλότερο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, παρά τη μείωση της ανεργίας.
- Εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου: Υπάρχουν σημαντικές διακρίσεις (π.χ. στον δημόσιο τομέα). Για τον λόγο αυτόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παραπέμψει τη χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
- Μακροχρόνια ανεργία: Άτομα άνω των 50 ετών αλλά και οι νέοι αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης νέων αποφοίτων στην ΕΕ.
Οι πιο ευάλωτοι
Οι γυναίκες, οι νέοι εργαζόμενοι, οι μετανάστες, οι εργαζόμενοι που δουλεύουν σεζόν, οι Ρομά, τα άτομα με αναπηρίες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι και τρανς άτομα και άλλες σεξουαλικές και έμφυλες μειονότητες) είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν ευάλωτη απασχόληση.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτές οι ομάδες αντιμετωπίζουν εμπόδια, όπως στερεότυπα ή προκαταλήψεις, δυσκολίες στον συνδυασμό της επαγγελματικής ζωής και των οικογενειακών ευθυνών (ειδικά οι γυναίκες) και δυσκολίες με τις νομικές ρυθμίσεις και με την αναγνώριση των προσόντων και των δεξιοτήτων (ειδικά οι μετανάστες εργαζόμενοι).
Η ευαλωτότητα στην απασχόληση δεν οδηγεί αυτόματα σε κακές συνθήκες εργασίας. Οι εργαζόμενοι που βιώνουν ευαλωτότητα σε μία μόνο διάσταση έχουν ανάμεικτα αποτελέσματα στην εργασιακή τους ζωή, αποδίδοντας καλύτερα από τους μη ευάλωτους εργαζόμενους σε ορισμένους τομείς, ενώ αντιμετωπίζουν μειονεκτήματα σε άλλους.
Η συσσώρευση πολλαπλών ευαλωτοτήτων οδηγεί σταθερά σε αρνητικά αποτελέσματα, όπως χειρότερες προοπτικές απασχόλησης, περιορισμένη πρόσβαση σε ευκαιρίες κατάρτισης και ανάπτυξης, μειωμένη αυτονομία λήψης αποφάσεων, χαμηλότερο επίπεδο συμμετοχής στον οργανισμό, λιγότερο ευνοϊκές ρυθμίσεις χρόνου εργασίας, απρόβλεπτα κέρδη και πιο περιορισμένη πρόσβαση σε διάφορες συνιστώσες αμοιβής.
Οι περισσότεροι δείκτες σωματικής υγείας δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ ευάλωτων και μη ευάλωτων εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι που βιώνουν πολυδιάστατη ευαλωτότητα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης από τους μη ευάλωτους εργαζόμενους, αλλά είναι λιγότερο πιθανό να αναφέρουν εργασιακό στρες.
Η πολιτική της ΕΕ
Η πολιτική και η νομοθεσία της ΕΕ και των κρατών μελών επιδιώκουν να προσφέρουν τόσο ευελιξία όσο και προστασία. Αφενός, υποστηρίζουν την ευελιξία που απαιτείται από τους εργοδότες και τους εργαζόμενους για την προσαρμογή της απασχόλησης στις διακυμάνσεις του οικονομικού πλαισίου και στις προσωπικές ανάγκες.
Αφετέρου, θεσπίζουν μέτρα για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων με τυποποιημένες και μη τυποποιημένες συμβάσεις, για την ενίσχυση της δημιουργίας – και της μετάβασης σε – θέσεις εργασίας υψηλότερης ποιότητας και για την πρόληψη της χρήσης μη τυποποιημένης απασχόλησης με τρόπους που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων ή την ασφάλεια της εργασίας.
Τα μέτρα πολιτικής έχουν επικεντρωθεί:
- στην εξασφάλιση μεγαλύτερης συμβατικής ασφάλειας σχετικά με τις ώρες εργασίας και τις συνθήκες εργασίας για τους εργαζόμενους με μη τυποποιημένες συμβάσεις,
- στην ενθάρρυνση των μεταβάσεων από ορισμένο χρόνο σε αορίστου χρόνου και στην πρόληψη της κατάχρησης των προσωρινών συμβάσεων,
- στη ρύθμιση των συμβάσεων μηδενικών ωρών και στη μείωση της χρήσης άλλων επισφαλών συμβάσεων και
- στην ενθάρρυνση και τη δυνατότητα των εργαζομένων σε ακούσια μερική απασχόληση να εργάζονται επιπλέον ώρες.
Πολλές από τις πρωτοβουλίες σε αυτούς τους τομείς έχουν προκύψει ή έχουν ενισχυθεί ως αποτέλεσμα της νομοθεσίας της ΕΕ. Επειδή πολλές τροποποιήσεις έχουν εισαχθεί μόλις πρόσφατα, η αξιολόγηση του αντικτύπου τους στην ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και προστασίας στην αγορά εργασίας είναι ελλιπής.
Πηγή in.gr



