Από το κόστος παραγωγής μέχρι την επιβίωση των εκμεταλλεύσεων
Η νέα αναταραχή έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ιταλία, αγρότες συντάχθηκαν με τους μεταφορείς στις κινητοποιήσεις κατά της εκτίναξης των τιμών των καυσίμων, με αποκλεισμούς που προκάλεσαν προβλήματα στην τροφοδοσία των σούπερ μάρκετ και στη λειτουργία μονάδων μεταποίησης τροφίμων.
Στην Ισπανία, προγραμματισμένη συγκέντρωση στη Μαδρίτη, με αιτήματα για χαμηλότερο κόστος παραγωγής, δικαιότερες τιμές και λιγότερη γραφειοκρατία, αναβλήθηκε εξαιτίας του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος, αλλά αναμένεται να επαναπρογραμματιστεί.
Το βασικό πρόβλημα, όπως επισημαίνει στο Rapporteur ο Alan Matthews, ομότιμος καθηγητής Αγροτικής Πολιτικής στο Trinity College του Δουβλίνου, είναι ότι η εικόνα των αγροτικών εισοδημάτων έχει επιδεινωθεί αισθητά. Κατά την προηγούμενη περίοδο των κινητοποιήσεων, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων βρίσκονταν σε σχετικά υψηλά επίπεδα και το εισόδημα δεν αποτελούσε την κυρίαρχη ανησυχία. Σήμερα, όμως, η κατάσταση έχει αλλάξει: οι τιμές παραγωγού υποχωρούν, ενώ οι τιμές των εισροών δεν ακολουθούν αντίστοιχη πτωτική πορεία, περιορίζοντας ασφυκτικά τα περιθώρια κέρδους. Σημαντικό μέρος των πιέσεων αποδίδεται στις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στις επιπτώσεις τους στις διεθνείς ενεργειακές και λιπασματικές αγορές, με τις τιμές των καυσίμων και των λιπασμάτων να επιβαρύνουν περαιτέρω τους παραγωγούς.
Ανεπαρκή τα ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης
Η Copa-Cogeca έχει ήδη ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση πρόσθετη παρέμβαση για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους καυσίμων. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Alan Matthews, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διαθέτει από μόνη της επαρκή δημοσιονομικά περιθώρια για να χρηματοδοτήσει εκτεταμένα μέτρα στήριξης της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, έχει αφήσει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να ενισχύσουν τους παραγωγούς με εθνικούς πόρους.
Ενδεικτικό της περιορισμένης δυνατότητας άμεσης παρέμβασης είναι το αποθεματικό κρίσεων της ΚΑΠ, το οποίο ανέρχεται σε μόλις 450 εκατ. ευρώ ετησίως, ποσό που έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ανεπαρκές απέναντι στις διαδοχικές κρίσεις του αγροτικού τομέα. Παράλληλα, η Copa-Cogeca έχει εκφράσει αντιρρήσεις για τον μηχανισμό συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), υποστηρίζοντας ότι επιβαρύνει το κόστος των εισαγόμενων λιπασμάτων.
Στο επίκεντρο η νέα ΚΑΠ: Από τα 386,6 στα 300 δισ. ευρώ
Το μεγάλο μέτωπο, ωστόσο, ανοίγει γύρω από τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΚΑΠ για την περίοδο 2028-2034.
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει τη συγχώνευση των δύο υφιστάμενων πυλώνων της ΚΑΠ σε ένα ευρύτερο χρηματοδοτικό ταμείο, με περίπου 300 δισ. ευρώ να προορίζονται για τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος.
Το ποσό αυτό υπολείπεται σημαντικά των 386,6 δισ. ευρώ που έχουν διατεθεί για την τρέχουσα προγραμματική περίοδο, αν και οι τελικοί αριθμοί εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Για τους Ευρωπαίους αγρότες, η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διακυβεύματα των επόμενων μηνών, καθώς οι άμεσες ενισχύσεις εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο μέρος του εισοδήματος πολλών εκμεταλλεύσεων.
Ο γενικός γραμματέας του αγροτικού think tank Farm Europe, Luc Vernet, περιγράφει στο Rapporteur ένα εκρηκτικό μείγμα υψηλού ενεργειακού κόστους, ακριβών εισροών, ξηρασίας και μειωμένης δημόσιας στήριξης.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Copa, Massimiliano Giansanti, τονίζει ότι το μέλλον της ΚΑΠ είναι υπερβολικά σημαντικό για να μείνουν οι αγροτικές οργανώσεις αμέτοχες, ζητώντας συγκεκριμένες αποφάσεις από τους Ευρωπαίους πολιτικούς.
Μεταφέρεται η πίεση από τις Βρυξέλλες στις εθνικές κυβερνήσεις
Μια διαφορετική ανάγνωση της δημοσιονομικής εξέλιξης δίνει ο Alan Matthews, υποστηρίζοντας ότι η μείωση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης μπορεί εν μέρει να δικαιολογηθεί από τη συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και τον μειωμένο αριθμό εκμεταλλεύσεων. Επισημαίνει, επίσης, ότι έχει περιοριστεί η εισοδηματική απόσταση των αγροτών σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Παράλληλα, η δυνατότητα των κρατών-μελών να συμπληρώνουν με εθνικούς πόρους τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις ενδέχεται να μεταφέρει το πεδίο των διεκδικήσεων από τις Βρυξέλλες στις εθνικές πρωτεύουσες. Όπως εκτιμά ο ίδιος, μετά την οριστικοποίηση του νέου προϋπολογισμού, οι αγρότες ενδέχεται να στρέψουν τις κινητοποιήσεις τους έξω από τα υπουργεία των χωρών τους.
Το μήνυμα, πάντως, από την ευρωπαϊκή ύπαιθρο είναι σαφές: η προηγούμενη υποχώρηση των Βρυξελλών σε ορισμένες περιβαλλοντικές απαιτήσεις δεν έλυσε τα βαθύτερα προβλήματα του αγροτικού κόσμου. Και αυτή τη φορά, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τους περιβαλλοντικούς κανόνες, αλλά την ίδια την οικονομική βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών εκμεταλλεύσεων και το ύψος της στήριξης που θα λάβουν τα επόμενα επτά χρόνια.



