Ενεργειακή ακρίβεια: Πόσο κοστίζουν βενζίνη και θέρμανση παρά τις επιδοτήσεις - antilalospress.gr
Μοίρες
+19°C

Ενεργειακή ακρίβεια: Πόσο κοστίζουν βενζίνη και θέρμανση παρά τις επιδοτήσεις

1 Νοεμβρίου 2026 -

Περισσότερα από 100 ευρώ για ένα γέμισμα βενζίνης και σχεδόν 1.600 ευρώ για την προμήθεια 1.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης εξακολουθούν να χρειάζονται τα ελληνικά νοικοκυριά, παρά τις κρατικές παρεμβάσεις στις τιμές των καυσίμων. Η παράταση των επιδοτήσεων έως τις 15 Νοεμβρίου προσφέρει μια πρόσκαιρη ανάσα στους καταναλωτές, χωρίς ωστόσο να ανατρέπει την εικόνα των υψηλών τιμών, την ώρα που το νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας απειλεί να περάσει και στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την Παρασκευή τη διατήρηση των επιδοτήσεων στην αντλία για ακόμη ένα δεκαπενθήμερο, με την ενίσχυση να παραμένει στα 10 λεπτά ανά λίτρο για την αμόλυβδη βενζίνη, στα 15 λεπτά για το πετρέλαιο κίνησης και στα 20 λεπτά για το πετρέλαιο θέρμανσης. Με τις πρόσθετες εκπτώσεις των διυλιστηρίων, η συνολική ελάφρυνση φτάνει τα 20 λεπτά ανά λίτρο στο ντίζελ και τα 40 λεπτά στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς ενεργειακές αγορές βρίσκονται σε νέα αναταραχή. Το φυσικό αέριο έχει εκτιναχθεί στα 103,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 233%, ενώ το Brent κινείται στα 117,5 δολάρια το βαρέλι, με άνοδο 87% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Οι διεθνείς ανατιμήσεις διατηρούν ισχυρές τις πιέσεις στις τιμές της εγχώριας αγοράς, περιορίζοντας το αποτέλεσμα των κρατικών ενισχύσεων.

Το κόστος στην αντλία

Η απόσταση ανάμεσα στην κρατική ενίσχυση και στο ποσό που τελικά πληρώνει ο καταναλωτής αποτυπώνεται στις τιμές των πρατηρίων. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Καυσίμων για τις 29 Οκτωβρίου, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφωνόταν στα 2,136 ευρώ το λίτρο, όσο και η αντίστοιχη τιμή του πετρελαίου κίνησης.

Στην πράξη, ένα γέμισμα 50 λίτρων κοστίζει 106,80 ευρώ και στις δύο περιπτώσεις. Χωρίς την κρατική επιδότηση, το ποσό για την αμόλυβδη θα ήταν υψηλότερο κατά 5 ευρώ, ενώ στο ντίζελ το συνολικό όφελος από την κρατική παρέμβαση και την έκπτωση των διυλιστηρίων φτάνει τα 10 ευρώ ανά 50 λίτρα.

Για ένα νοικοκυριό που χρειάζεται δύο γεμίσματα τον μήνα, η δαπάνη ξεπερνά πλέον τα 210 ευρώ, ακόμη και μετά τις επιδοτήσεις. Το ποσό αυτό αφορά αποκλειστικά την αγορά καυσίμων, χωρίς να συνυπολογίζονται τα υπόλοιπα έξοδα μετακίνησης.

Η εικόνα αυτή εξηγεί και τον προβληματισμό που επικρατεί στην αγορά καυσίμων. Εκπρόσωποι του κλάδου αναγνωρίζουν ότι οι επιδοτήσεις περιορίζουν μέρος των ανατιμήσεων, επισημαίνουν όμως την ανάγκη δημιουργίας ενός σταθερού μηχανισμού παρέμβασης, ο οποίος θα ενεργοποιείται όταν οι διεθνείς τιμές καταγράφουν απότομη άνοδο.

Καθοριστικός παράγοντας για την πορεία των τιμών παραμένουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις. Μια αποκλιμάκωση της έντασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποχώρηση των διεθνών τιμών, ενώ μια νέα επιδείνωση της κρίσης ενδέχεται να εξανεμίσει γρήγορα το όφελος των σημερινών ενισχύσεων.

Σχεδόν 1.570 ευρώ για έναν τόνο πετρελαίου θέρμανσης

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση για τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης. Με τη μέση πανελλαδική τιμή να διαμορφώνεται στα 1,566 ευρώ το λίτρο, μια παραγγελία 500 λίτρων κοστίζει 783 ευρώ, ενώ για την προμήθεια 1.000 λίτρων απαιτούνται 1.566 ευρώ.

Και αυτό ενώ στην τελική τιμή έχει ήδη ενσωματωθεί η συνολική ελάφρυνση των 40 λεπτών ανά λίτρο από την κρατική επιδότηση και την έκπτωση των διυλιστηρίων. Χωρίς τις παρεμβάσεις αυτές, το κόστος της ίδιας ποσότητας θα ήταν, υπό τις ίδιες συνθήκες τιμολόγησης, υψηλότερο κατά 400 ευρώ.

Η διαφορά είναι σημαντική, αλλά δεν αναιρεί το πρόβλημα της αρχικής δαπάνης. Τα νοικοκυριά καλούνται να διαθέσουν εκατοντάδες ή και περισσότερα από χίλια ευρώ για να εξασφαλίσουν το καύσιμο που χρειάζονται για τον χειμώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνεται συνολικά το κόστος διαβίωσης.

Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει και αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης, διατηρώντας αμετάβλητα τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Ωστόσο, η προκαταβολή προβλέπεται να καταβληθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να πρέπει να καλύψουν νωρίτερα το κόστος της αγοράς.

Η πίεση αποτυπώνεται ήδη στη ζήτηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις πρατηριούχων, οι παραγγελίες πετρελαίου θέρμανσης εμφανίζονται μειωμένες κατά περίπου 15% σε πανελλαδικό επίπεδο. Στη Βόρεια Ελλάδα, όπου οι ανάγκες θέρμανσης είναι μεγαλύτερες, ο αριθμός των παραγγελιών διατηρείται σε αντίστοιχα επίπεδα με προηγούμενες περιόδους, αλλά οι ποσότητες που αγοράζουν οι καταναλωτές είναι μικρότερες.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα καύσιμα κίνησης. Τον Σεπτέμβριο η ζήτηση για βενζίνη υποχώρησε κατά 3,8% και για πετρέλαιο κίνησης κατά 3,6%, σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, με τις υψηλές τιμές του Οκτωβρίου να δημιουργούν προϋποθέσεις για συνέχιση της τάσης.

Το επόμενο μέτωπο είναι οι λογαριασμοί ρεύματος

Την ώρα που οι επιδοτήσεις στα καύσιμα παρατείνονται, εκτός του νέου πακέτου παραμένει η ηλεκτρική ενέργεια, παρότι οι προμηθευτές ετοιμάζονται να ανακοινώσουν τις χρεώσεις του Νοεμβρίου υπό το βάρος των σημαντικά αυξημένων τιμών στη χονδρεμπορική αγορά.

Η μέση τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τον Οκτώβριο διαμορφώνεται κοντά στα 197 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας αύξηση περίπου 25% έναντι του Σεπτεμβρίου. Σε σύγκριση με τον Ιούνιο, η σωρευτική άνοδος προσεγγίζει το 114%, αποτυπώνοντας την ένταση των πιέσεων που έχουν συσσωρευθεί στην αγορά τους τελευταίους μήνες.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέες αυξήσεις στα κυμαινόμενα τιμολόγια του Νοεμβρίου, χωρίς πάντως να προδικάζει το τελικό ύψος των χρεώσεων, καθώς οι προμηθευτές μπορούν να απορροφήσουν μέρος των ανατιμήσεων μέσα από την εμπορική πολιτική τους.

Το πρόβλημα αφορά έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό καταναλωτών. Περισσότερα από 3 εκατομμύρια νοικοκυριά παραμένουν στα πράσινα τιμολόγια, ενώ περίπου 1 εκατομμύριο έχουν επιλέξει κίτρινα, με αποτέλεσμα σχεδόν 4 εκατομμύρια οικιακές συνδέσεις να είναι εκτεθειμένες, με διαφορετικό βαθμό ανάλογα με τη σύμβαση, στις μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς.

Οι τιμές στα πράσινα τιμολόγια έχουν ήδη κινηθεί στην περιοχή των 15-16 λεπτών ανά κιλοβατώρα, επίπεδα που στο παρελθόν είχαν αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ενεργοποίηση κρατικών παρεμβάσεων. Εφόσον η ανοδική τάση συνεχιστεί, οι χρεώσεις του Νοεμβρίου ενδέχεται να ξεπεράσουν αυτό το όριο.

Η θέση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι ότι οι καταναλωτές μπορούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στις αυξήσεις επιλέγοντας σταθερά τιμολόγια. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή απαιτεί σύγκριση όχι μόνο της τιμής της κιλοβατώρας, αλλά και του παγίου, της διάρκειας της σύμβασης και των ενδεχόμενων ρητρών πρόωρης αποχώρησης.

Χωρίς οριζόντια στήριξη το φυσικό αέριο

Ανάλογη είναι η κατάσταση στο φυσικό αέριο, όπου περίπου 800.000 νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με την εκτίναξη των διεθνών τιμών, χωρίς να προβλέπεται οριζόντια ενίσχυση αντίστοιχη με εκείνη που εφαρμόζεται στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Η διαθέσιμη στήριξη περιορίζεται κυρίως στο επίδομα θέρμανσης για τους καταναλωτές που πληρούν τα προβλεπόμενα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών, περίπου 173.000 νοικοκυριά που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο μπορούν να ωφεληθούν από τον συγκεκριμένο μηχανισμό.

Για τους υπόλοιπους, η άνοδος των διεθνών τιμών δημιουργεί τον κίνδυνο σημαντικών επιβαρύνσεων κατά τη χειμερινή περίοδο. Με το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο να κινείται πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στελέχη της αγοράς προειδοποιούν ακόμη και για διπλασιασμό των χρεώσεων λιανικής σε σχέση με προηγούμενα επίπεδα, ανάλογα με το τιμολόγιο και τον τρόπο προμήθειας.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο καθώς η ζήτηση για θέρμανση αυξάνεται, ενώ τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη βρίσκονται ήδη υπό πίεση.

Στις Βρυξέλλες αναζητείται δημοσιονομικός χώρος

Το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας συνδέεται πλέον με τη δυνατότητα εξασφάλισης πρόσθετων δημοσιονομικών πόρων.

Η Αθήνα επιδιώκει μεγαλύτερη ευελιξία στην αξιοποίηση της ενεργειακής ρήτρας διαφυγής, η οποία έχει εγκριθεί για την Ελλάδα και δημιουργεί περιθώριο για επενδύσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, το ελληνικό αίτημα αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησης πρόσθετου δημοσιονομικού περιθωρίου της τάξης των 300-400 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση στοχευμένων μέτρων στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ωστόσο, το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο αφορά κυρίως επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και περιορίζουν μακροπρόθεσμα την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως η αποθήκευση ενέργειας, οι αντλίες θερμότητας και οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων. Η αξιοποίηση της συγκεκριμένης δημοσιονομικής ευελιξίας για άμεσες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας δεν είναι δεδομένη και προϋποθέτει συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Μέχρι να ξεκαθαρίσει εάν θα υπάρξει πρόσθετη παρέμβαση, οι καταναλωτές καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν χειμώνα με υψηλό κόστος μετακίνησης και θέρμανσης, ενώ οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου αποτελούν το επόμενο μεγάλο μέτωπο της ενεργειακής ακρίβειας.

MoneyReview.gr