Ψηφιακό μπλόκο στη φοροδιαφυγή επιχειρεί να βάλει η ΑΑΔΕ, υποβάλλοντας όμως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε έναν κυκεώνα ηλεκτρονικής γραφειοκρατίας, απειλώντας με τσουχτερά πρόστιμα όσους δεν επιβιώσουν.
Οι παρεμβάσεις της ΑΑΔΕ αφορούν την υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση και τη υποχρεωτική χρήση ψηφιακού δελτίου αποστολής, δύο συναλλαγές που μπαίνουν στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Σε λιγότερο από 15 ημέρες, την 1η Νοεμβρίου ξεκινά η Β΄ φάση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, μια διαδικασία που τρομάζει τους μικρομεσαίους, οι φορείς των οποίων σύσσωμοι ζητούν παράταση του χρόνου προσαρμογής, λόγω των δυσκολιών και τους κινδύνου λάθους, που κοστίζει ακριβά.
Στόχος της ΑΑΔΕ είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής, με τον περιορισμό των πλαστών και εικονικών τιμολογίων και την αποτροπή διακίνησης εμπορευμάτων χωρίς παραστατικά.
Το «στοίχημα» της e-τιμολόγησης
Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει για εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς στις 2 Νοεμβρίου 2026 ενεργοποιείται η δεύτερη περίοδος υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης, η οποία αφορά οντότητες με ακαθάριστα έσοδα έως 1 εκατομμύριο ευρώ, βάσει των φορολογικών δηλώσεων του 2023.
Ήδη, το έδαφος κρίνεται ιδιαίτερα γόνιμο, καθώς τα στοιχεία δείχνουν υψηλό βαθμό ετοιμότητας: περίπου 655.000 επιχειρήσεις —ποσοστό που αγγίζει το 70% των υπόχρεων της νέας φάσης— έχουν ήδη ενταχθεί στο σύστημα, αξιοποιώντας είτε πιστοποιημένους παρόχους είτε τις δωρεάν εφαρμογές timologio και myDATAapp της ΑΑΔΕ για τις χονδρικές τους συναλλαγές, αλλά και για συμβάσεις με το Δημόσιο.
Περίοδος προσαρμογής
Ωστόσο, δίδεται περίοδος προσαρμογής, αφού από τις 2 Νοεμβρίου 2026 έως και την 31η Ιανουαρίου 2027, οι επαγγελματίες θα μπορούν να χρησιμοποιούν παράλληλα τα παραδοσιακά λογισμικά τους (ERP, εμπορικά προγράμματα) ή την ειδική φόρμα καταχώρισης.
Όσοι επιλέξουν την οδό του παρόχου οφείλουν να υποβάλουν τη σχετική Δήλωση Έναρξης με ημερομηνία 2/11/2026, ενεργοποιώντας την ηλεκτρονική έκδοση εντός του τριμήνου προσαρμογής.
Αντίθετα, όσοι στραφούν αποκλειστικά στις δωρεάν εφαρμογές της ΑΑΔΕ από την πρώτη ημέρα, απαλλάσσονται από τη γραφειοκρατία της δήλωσης.
Σε κάθε περίπτωση, από την 1η Φεβρουαρίου 2027 η ηλεκτρονική τιμολόγηση μετατρέπεται στον μοναδικό νόμιμο τρόπο έκδοσης παραστατικών για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων (B2B), εξαγωγές σε τρίτες χώρες εκτός ΕΕ, καθώς και προμήθειες του Δημοσίου (B2G).
Κάθε άλλη μέθοδος διαβίβασης στο myDATA (όπως η απευθείας αποστολή από ERP) είναι μη αποδεκτή για την εφορία και ενεργοποιεί τα πρόστιμα.
Διακίνηση μόνο με e-παραστατικά
Επίσης, από την 1η Ιανουαρίου 2027 τίθεται σε εφαρμογή η δεύτερη φάση της ψηφιακής παρακολούθησης διακίνησης αποθεμάτων για το σύνολο της αγοράς.
Με τη διαδικασία αυτή, η ΑΑΔΕ αποκτά πλήρη ιχνηλασιμότητα των αγαθών, καταγράφοντας ψηφιακά κάθε στάδιο: από τη φόρτωση και τη μεταφόρτωση έως την τελική παραλαβή και τον ποσοτικό έλεγχο.
Για την ομαλή μετάβαση, η ΑΑΔΕ έχει ήδη αναβαθμίσει τα ψηφιακά της εργαλεία (myDATAapp και timologio), ενσωματώνοντας δυνατότητες σάρωσης και παραλαβής παραστατικών.
Επιπλέον, από την 1η Ιανουαρίου 2028 θα καταστεί υποχρεωτική και η Ενιαία Κωδικοποίηση Ειδών (βάσει TARIC), με την προαιρετική διαβίβαση να είναι διαθέσιμη από τώρα.
Ειδική ρύθμιση για τους ελαιοπαραγωγούς
Πάντως, ειδικό καθεστώς θα ισχύσει για τους παραγωγούς ελαιόκαρπου, καθώς η υποχρέωση έκδοσης παραστατικών διακίνησης μετατίθεται για την 1η Ιανουαρίου 2027, ώστε να συμπέσει με τη δεύτερη φάση.
Η παράταση ισχύει υπό τον όρο ότι τα ελαιοτριβεία θα εκδίδουν δελτίο ποσοτικής παραλαβής κατά την παραλαβή του καρπού.
Τσουχτερά πρόστιμα
Τα πρόστιμα για παραβάσεις στη διαδικασία της ηλεκτρονικής τιμολόγησης είναι επώδυνα και διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν οι υπόχρεοι υπάγονται στον ΦΠΑ ή όχι και αν τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία. Συγκεκριμένα:
- Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν εκδίδει λογιστικά αρχεία ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή λογιστικά αρχεία (παραστατικά), για πράξεις που δεν επιβαρύνονται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), επιβάλλεται πρόστιμο 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και 1.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Ειδικά σε πρόσωπο που δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή στοιχεία αναφορικά με τις υποχρεώσεις του, επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ.
- Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν εκδίδει παραστατικά πώλησης (φορολογικά στοιχεία) ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή στοιχεία για πράξεις που επιβαρύνονται με Φ.Π.Α., επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 250 ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των 500 ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Σε περίπτωση υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο σε ποσοστό 100% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 500 ευρώ, αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 1.000 ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Σε περίπτωση κάθε νέας υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο σε ποσοστό 200% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 1.000 ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 2.000 ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Σε περίπτωση υποτροπής για τρίτη φορά, το πρόστιμο τετραπλασιάζεται με το ελάχιστο να είναι 1.000 ευρώ για απλογραφικά βιβλία και 2.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία.



