Πόσο μπορεί η αγορά πετρελαίου να αντέξει έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος με το Ιράν
Η αγορά πετρελαίου έχει αποδειχθεί πολύ πιο ανθεκτική από ό,τι περίμεναν πολλοί στην αρχή του πολέμου με το Ιράν. Παρά τις υψηλές τιμές καυσίμων και τις τεράστιες απώλειες στην παγκόσμια προσφορά, το πετρέλαιο εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να φτάνει εκεί όπου χρειάζεται.
Όμως, όπως επισημαίνει ανάλυση του CNN, το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο εάν η αγορά μπορεί να αντέξει τη σημερινή κατάσταση, αλλά για πόσο ακόμη μπορεί να το κάνει, εάν ο πόλεμος εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση χωρίς σαφές τέλος.
Η αγορά έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να απορροφήσει το σοκ παρακάμπτοντας σε σημαντικό βαθμό τα Στενά του Ορμούζ, αξιοποιώντας εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς, χρησιμοποιώντας τα αποθέματα και περιορίζοντας τη ζήτηση παγκοσμίως.
Αυτή η νέα ισορροπία, όμως, παραμένει εύθραυστη.
Τρία «σωσίβια» κρατούν σήμερα την αγορά
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, τρεις βασικοί παράγοντες έχουν αποτρέψει μέχρι τώρα μια πολύ μεγαλύτερη εκτόξευση των τιμών.
Ο πρώτος είναι η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών για τη μεταφορά πετρελαίου. Η Σαουδική Αραβία χρησιμοποιεί αγωγούς για να διοχετεύει εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα σε λιμάνια που βρίσκονται μακριά από την εμβέλεια του Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ, η Βενεζουέλα, η Βραζιλία, η Γουιάνα και ο Καναδάς έχουν αυξήσει συνολικά την παραγωγή τους κατά περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Ωστόσο, η πρόσφατη προέλαση των συμμάχων του Ιράν, των Χούθι στην Υεμένη, δημιουργεί νέες αμφιβολίες για το κατά πόσο η εναλλακτική διαδρομή μέσω της Ερυθράς Θάλασσας μπορεί να παραμείνει ασφαλής.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι τα αποθέματα πετρελαίου. Πολλές χώρες, εκτός από τις ΗΠΑ και την Κίνα, έχουν καταναλώσει μικρότερο μέρος των αποθεμάτων τους από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα απόθεμα ασφαλείας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν η κρίση επιδεινωθεί.
Ο τρίτος και ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας είναι η κατακόρυφη πτώση της παγκόσμιας ζήτησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το CNN, η ζήτηση έχει μειωθεί κατά περίπου 5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα από την έναρξη του πολέμου.
Καταναλωτές έχουν περιορίσει τα ταξίδια, περισσότεροι χρησιμοποιούν ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ η τηλεργασία έχει περιορίσει τις μετακινήσεις σε αρκετές χώρες.
Οι παράγοντες αυτοί έχουν συμβάλει στην αντιστάθμιση περίπου 13 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως που έχουν χαθεί λόγω του πολέμου. Έτσι, η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί, αλλά σε υψηλότερα επίπεδα τιμών.
Το κρίσιμο όριο είναι τα αποθέματα
Το πρόβλημα είναι ότι κανένα από αυτά τα «σωσίβια» δεν είναι ανεξάντλητο.
Οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν χρησιμοποιήσει σημαντικά τα αποθέματά τους για να απορροφήσουν τις επιπτώσεις του πολέμου. Μάλιστα, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης στο Κάσινγκ της Οκλαχόμα, τον σημαντικότερο εμπορικό κόμβο αποθήκευσης αργού στις ΗΠΑ, έφτασαν τον Ιούλιο σε λειτουργικά ελάχιστα επίπεδα, πριν ανακάμψουν ελαφρώς τις τελευταίες εβδομάδες.
Η Κίνα έχει επίσης αυξήσει σταδιακά τις εισαγωγές της, αλλά αυτές παραμένουν εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Τα κινεζικά αποθέματα εκτιμάται ότι βρίσκονται περίπου στο 1 δισεκατομμύριο βαρέλια, χωρίς να υπάρχει πλήρης εικόνα για το ακριβές ύψος τους.
Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, τα αποθέματα αυτά αναπόφευκτα θα αρχίσουν να εξαντλούνται. Τότε, σύμφωνα με τους αναλυτές που επικαλείται το CNN, η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης θα μπορούσε να διαταραχθεί πολύ πιο έντονα και να οδηγήσει σε πολύ υψηλότερες τιμές πετρελαίου.
Τι μπορεί να συμβεί στις τιμές
Οι εκτιμήσεις των αναλυτών διαφέρουν σημαντικά.
Η JPMorgan δεν προβλέπει έναν πόλεμο χωρίς τέλος, αλλά στο σενάριο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης εκτιμά ότι η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί γύρω στα 87 δολάρια το βαρέλι. Εάν ο πόλεμος τελειώσει, η τράπεζα εκτιμά ότι η τιμή θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο, περίπου στα 64 δολάρια.
Ο Μπομπ ΜακΝάλι της Rapidan Energy Group είναι πιο απαισιόδοξος. Στο δικό του σενάριο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, η τιμή του Brent θα μπορούσε να διαμορφωθεί περίπου στα 89 δολάρια το βαρέλι την επόμενη χρονιά.
Άλλοι αναλυτές προειδοποιούν ότι η πραγματική πίεση στις τιμές μπορεί να γίνει αισθητή αργότερα, καθώς οι εναλλακτικοί αγωγοί δεν μπορούν να κατασκευαστούν αρκετά γρήγορα και νέες πηγές παραγωγής δεν μπορούν να καλύπτουν επ’ αόριστον τις απώλειες.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αγορά
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η αντοχή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Η προστασία των εμπορικών πλοίων και των ενεργειακών ροών απαιτεί σημαντική στρατιωτική παρουσία. Όπως επισημαίνει το CNN, η σημερινή λειτουργία της αγοράς δεν οφείλεται μόνο στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που επιτρέπουν σε μέρος του πετρελαίου να συνεχίζει να κινείται.
Η Χέλιμα Κροφτ της RBC Capital Markets προειδοποιεί ότι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν είναι ανεξάντλητη και θέτει ένα χαρακτηριστικό ερώτημα: Μπορούν οι ΗΠΑ να βρίσκονται επ’ αόριστον σε μια κατάσταση συνεχούς συνοδείας πλοίων;
Παράλληλα, παραμένει ο κίνδυνος μιας νέας μεγάλης κλιμάκωσης. Μια επίθεση σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις αντίστοιχη με εκείνη του 2019 στη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να προκαλέσει νέα απότομη άνοδο των τιμών.
Ο φόβος για μια «νέα κανονικότητα»
Το ενδεχόμενο ο πόλεμος να συνεχιστεί για πολύ περισσότερο δεν θεωρείται πλέον ακραίο σενάριο.
Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA) εκτίμησε την περασμένη εβδομάδα ότι οι εξαγωγές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ θα παραμείνουν περιορισμένες καθ’ όλη τη διάρκεια του υπόλοιπου έτους.
Ακόμη πιο απαισιόδοξη είναι η εκτίμηση της S&P Global Energy, η οποία πλέον δεν αναμένει ότι η παραγωγή πετρελαίου στη Μέση Ανατολή θα επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα ούτε μέχρι το τέλος της επόμενης χρονιάς.
Έτσι, όπως σημειώνει η ανάλυση του CNN, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου μπορεί πράγματι να έχει προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα. Όμως αυτή η πραγματικότητα βασίζεται σε ένα εύθραυστο πλέγμα από εναλλακτικές διαδρομές, αποθέματα, μειωμένη ζήτηση και στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Και όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος αυτά τα προσωρινά «μπαλώματα» να μην επαρκούν πλέον.
«Η αγορά δεν επιστρέφει στην ηρεμία», είναι το συμπέρασμα του επικεφαλής έρευνας αργού πετρελαίου της S&P Global. Αντίθετα, προσαρμόζεται σε μια νέα κανονικότητα που χαρακτηρίζεται από άλυτη σύγκρουση και διαρκή κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα.
Πηγή ertnews.gr



