«Γιατί ζωγραφίζω» – O π. Αρσένιος Προκοπάκης μιλάει στον Αντίλαλο
Ορισμένοι άνθρωποι δεν αρκούνται να κοιτούν τον κόσμο, στέκονται απέναντί του με σιωπή, με υπομονή, με εκείνη τη βαθιά ανάγκη να ανακαλύψουν όσα κρύβονται πίσω από το φανερό. Και υπάρχουν στιγμές που η σιωπή αυτή αποκτά χρώμα, γραμμή, φως και μορφή.
Ο πατήρ Αρσένιος Προκοπάκης ανήκει σε εκείνους τους ανθρώπους που συνομιλούν με την εικόνα. Για εκείνον, η ζωγραφική δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική πράξη, είναι ένας τρόπος να αναμετρηθεί με τον χρόνο, τη μνήμη, την απουσία, την ανθρώπινη μορφή, αλλά και με εκείνο το αθέατο που βρίσκεται πίσω από την ύλη.
Μπροστά στο λευκό τελάρο ο άνθρωπος μένει γυμνός από βεβαιότητες. Δεν υπάρχουν τίτλοι, επιτυχίες ή έπαινοι. Υπάρχει μόνο το λευκό και απέναντί του ένας άνθρωπος που καλείται να απαντήσει στο πιο δύσκολο ερώτημα: «Τι έχω πραγματικά να πω;»
Στην αγιογραφία, το ερώτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος. Το χρώμα δεν καλείται μόνο να αποδώσει μια μορφή, αλλά να υπηρετήσει ένα μυστήριο. Η ύλη γίνεται φορέας του άυλου και το φως δεν φωτίζει απλώς ένα πρόσωπο, μοιάζει να έρχεται από μέσα του.
Κι ίσως εκεί να συναντιούνται η τέχνη και η πίστη: στην αέναη αναζήτηση του φωτός.
Με αφορμή την προσωπική μας συζήτηση με θέμα: «Γιατί ζωγραφίζω», ο πατήρ Αρσένιος Προκοπάκης ανοίγει ένα παράθυρο στον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού. Μιλά για τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη μνήμη, τη λήθη, την ανθρώπινη παρουσία και, τελικά, για εκείνη τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει πίσω του κάτι που θα συνεχίσει να μιλά όταν ο ίδιος θα έχει πια σωπάσει.
Και αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο της τέχνης! Ο άνθρωπος γνωρίζει πως είναι εφήμερος, κι όμως δημιουργεί σαν να συνομιλεί με την αιωνιότητα.
Ο π. Αρσένιος είναι πολυπράγμων, αθόρυβος εργάτης του θεού και της τέχνης του, τον ευχαριστώ θερμά που μου παραχώρησε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του για να μου μιλήσει. Κι αυτό εν ονόματι της παλαιότερης συνεργασίας μας στα πολιτιστικά δρώμενα.
- Πατέρα Αρσένιε, η σχέση σας με τη ζωγραφική μοιάζει να μην ξεκίνησε ως μια συνειδητή απόφαση, αλλά περισσότερο ως μια εσωτερική ανάγκη. Πότε αισθανθήκατε για πρώτη φορά ότι η ζωγραφική σάς είχε ήδη επιλέξει;
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς αποφάσισα να γίνω ζωγράφος. Ίσως γιατί, στην πραγματικότητα, δεν το αποφάσισα ποτέ. Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που τα επιλέγουμε και άλλα που, χωρίς να το καταλάβουμε, μας επιλέγουν εκείνα. Για μένα η ζωγραφική ανήκει στα δεύτερα.
Ζωγραφίζω γιατί από πολύ νωρίς κατάλαβα πως δεν μου αρκούσε να κοιτάζω τον κόσμο. Είχα ανάγκη να τον παρατηρώ. Να στέκομαι λίγο περισσότερο μπροστά σ’ ένα πρόσωπο, σ’ ένα χέρι, σ’ ένα βλέμμα, σ’ ένα κομμάτι ουρανού, να αναρωτιέμαι τι υπάρχει πίσω από αυτό που βλέπουν τα μάτια.
Με τα χρόνια κατάλαβα ότι ο ζωγράφος δεν βλέπει διαφορετικό κόσμο από τους άλλους ανθρώπους. Τον ίδιο κόσμο βλέπει. Μόνο που δυσκολεύεται να τον προσπεράσει.
- Άρα, ίσως η πρώτη ύλη της ζωγραφικής σας να μην είναι το χρώμα, αλλά η παρατήρηση. Τι είναι αυτό που βλέπει ένας ζωγράφος και οι περισσότεροι άνθρωποι προσπερνούν;
Ένα γερασμένο πρόσωπο δεν είναι μόνο ρυτίδες. Είναι χρόνος. Ένα χέρι δεν είναι μόνο ανατομία. Είναι κόπος, χάδι, προσευχή, αποχαιρετισμός. Ένα βλέμμα δεν είναι δύο σωστά σχεδιασμένα μάτια. Είναι ένας ολόκληρος άνθρωπος που προσπαθεί να φανερωθεί και ταυτόχρονα να κρυφτεί.
Γι’ αυτό ζωγραφίζω. Ζωγραφίζω επειδή υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρω να τα πω με λέξεις.
- Λέτε πως υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείτε να πείτε με λέξεις. Τι είναι αυτό που μπορεί να πει η ζωγραφική και δεν μπορεί να πει ο λόγος;
Μπροστά στο τελάρο μπορώ να μιλήσω χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσω. Μπορώ να αφήσω ένα σκοτεινό χρώμα δίπλα σ’ ένα φωτεινό και ανάμεσά τους να γεννηθεί κάτι που ίσως δεν έχει όνομα. Μια μνήμη. Μια απουσία. Μια προσδοκία. Μια πληγή. Μια ελπίδα.
- Στην πορεία σας, πότε καταλάβατε ότι η τεχνική, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί για να κάνει ένα έργο πραγματικά ζωντανό;
Κάποτε νόμιζα ότι ζωγραφική σημαίνει να μάθεις να σχεδιάζεις σωστά, να γνωρίζεις το χρώμα, να κατακτήσεις την τεχνική. Και βέβαια όλα αυτά είναι απαραίτητα. Χωρίς γνώση, το χέρι δυσκολεύεται να υπηρετήσει εκείνο που θέλει να πει η ψυχή. Όμως ύστερα από χρόνια καταλαβαίνεις κάτι παράξενο:
η τεχνική είναι μόνο η αρχή!
- Υπάρχει, άραγε, μια στιγμή που ο καλλιτέχνης παύει να κρύβεται πίσω από την τεχνική και βρίσκεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό;
Το μεγάλο μάθημα αρχίζει όταν ξέρεις πια να ζωγραφίζεις και πρέπει να ανακαλύψεις γιατί ζωγραφίζεις. Εκεί τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα. Γιατί τότε βρίσκεσαι μόνος απέναντι στον λευκό χώρο.
Και ο λευκός χώρος είναι αμείλικτος. Δεν ενδιαφέρεται για τίτλους, για επιτυχίες, για επαίνους. Σε ρωτά μονάχα:
«Τι έχεις πραγματικά να πεις;» Ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να ζωγραφίζω.
Για να αναζητώ κάθε φορά την απάντηση.
- Και όταν η ζωγραφική συναντά την πίστη; Όταν δεν καλείστε πλέον να αποδώσετε μόνο αυτό που βλέπουν τα μάτια, αλλά και εκείνο που δεν βλέπεται; Τι αλλάζει τότε μέσα σας;
Στην αγιογραφία αυτή η αναζήτηση γίνεται ακόμη βαθύτερη. Εκεί καλούμαι να ζωγραφίσω όχι μόνο αυτό που βλέπω, αλλά εκείνο που δεν βλέπεται…Να χρησιμοποιήσω την ύλη για να μιλήσω για το άυλο. Το χώμα να γίνει χρώμα, το χρώμα ένδυμα, το ένδυμα μορφή και η μορφή να προσπαθήσει να γίνει παρουσία.
- Υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία αισθάνεστε ότι η ζωγραφισμένη μορφή παύει να είναι απλώς μορφή και αποκτά παρουσία;
Ναι, αυτή η στιγμή που πάντα με συγκλονίζει και πολλές φορές αναρωτιέμαι: Ποιος κοιτάζει ποιον; Ένα πρόσωπο αρχίζει από λίγες γραμμές…Έπειτα έρχονται τα σκοτεινά. Ύστερα τα πρώτα φωτίσματα. Και ακόμη περισσότερο φως. Μέχρι που κάποια στιγμή εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο μια άδεια επιφάνεια υπάρχει ένα βλέμμα που σε κοιτάζει. Εκείνη τη στιγμή πολλές φορές αναρωτιέμαι: Ποιος κοιτάζει ποιον;
Ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγάλες μυστηριακές στιγμές της ζωγραφικής.
Νομίζουμε ότι δημιουργούμε μια μορφή, αλλά κάποτε η μορφή επιστρέφει και μας εξετάζει.
- Μήπως τελικά ζωγραφίζουμε επειδή φοβόμαστε τη λήθη;
Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι ζωγραφίζουμε και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο: Γιατί φοβόμαστε τη λήθη. Όλα περνούν. Τα πρόσωπα αλλάζουν, οι άνθρωποι φεύγουν, τα σπίτια γκρεμίζονται, οι φωνές που αγαπήσαμε κάποτε σιωπούν. Ακόμη και οι αναμνήσεις, που νομίζουμε πως θα μας συνοδεύουν για πάντα, αρχίζουν σιγά – σιγά να ξεθωριάζουν. Ο άνθρωπος το γνωρίζει.
Και ίσως γι’ αυτό, από τότε που άφησε το αποτύπωμα της παλάμης του πάνω στον βράχο ενός σπηλαίου, ζωγραφίζει.
Σαν να λέει:
«Πέρασα κι εγώ από εδώ.»
- Όταν ξέρετε ότι κάποτε θα αφήσετε τα πινέλα, τι θα θέλατε να έχει μείνει από εσάς;
Κάποτε θα αφήσω κι εγώ τα πινέλα. Όλοι οι ζωγράφοι τα αφήνουν κάποτε…
Θα μείνουν όμως κάπου μερικές ζωγραφισμένες επιφάνειες. Μερικά πρόσωπα. Μερικά βλέμματα. Χρώματα που άγγιξαν κάποτε τα χέρια μου και θα συνεχίσουν, ίσως, να υπάρχουν όταν τα ίδια αυτά χέρια δεν θα υπάρχουν πια.
Και κάποιος άνθρωπος που δεν γνώρισα ποτέ μπορεί να σταθεί για λίγο μπροστά σ’ ένα από αυτά.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζει ποιος ήμουν. Αρκεί να σταθεί. Να κοιτάξει.
Και, έστω για μια στιγμή, να αισθανθεί κάτι. Τότε ίσως η ζωγραφική θα έχει εκπληρώσει τον σκοπό της.
- Και τελικά, πατέρα Αρσένιε, γιατί ζωγραφίζετε;
Τελικά ζωγραφίζω για να δώσω μορφή σε όσα δεν έχουν μορφή, φως σε όσα φοβούνται το σκοτάδι, μνήμη σε όσα κινδυνεύουν να χαθούν.
Όμως δεν θέλω η ζωγραφική μου να λέει μόνο ότι πέρασα από τον κόσμο. Θα ήθελα να λέει ότι κοίταξα τον κόσμο. Ότι στάθηκα μπροστά του. Ότι προσπάθησα να καταλάβω κάτι από την ομορφιά και τον πόνο του. Ότι αγάπησα κάποια πρόσωπα αρκετά ώστε να θέλω να τα κρατήσω λίγο περισσότερο κοντά μου. Ότι αναζήτησα πίσω από την ύλη κάτι που δεν μπορούσα να αγγίξω.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι για μένα η ζωγραφική:
μια συνεχής προσπάθεια να κρατήσω το εφήμερο και ταυτόχρονα να πλησιάσω το αιώνιο. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Ούτε ξέρω αν ένας ζωγράφος φτάνει ποτέ πραγματικά εκεί όπου θέλει. Ίσως, μάλιστα, αν κάποτε φτάσει, να μην έχει πια λόγο να ζωγραφίζει. Γι’ αυτό συνεχίζω.
Μπροστά σε κάθε καινούργιο έργο αισθάνομαι πως αρχίζω πάλι από την αρχή. Με ένα τελάρο. Λίγα χρώματα .Μερικά πινέλα. Και εκείνη την παλιά, επίμονη ανάγκη να μετατρέψω κάτι που υπάρχει μέσα μου, σε εικόνα.
Και ίσως, βαθύτερα απ’ όλα, ζωγραφίζω επειδή γνωρίζω ότι κάποτε θα φύγω και έχω τόσα πράγματα που θέλω να αφήσω πίσω μου !
Κι όταν η συζήτηση τελειώνει, μένει η αίσθηση πως η ζωγραφική δεν είναι τελικά μια προσπάθεια να νικήσει ο άνθρωπος τον χρόνο. Ίσως είναι ένας πιο ταπεινός τρόπος να συνομιλήσει μαζί του. Ένα πρόσωπο πάνω στον καμβά, ένα βλέμμα, μια κίνηση του χεριού, μια λεπτή γραμμή φωτός μπορούν να γίνουν μικρές ρωγμές μέσα από τις οποίες περνά η μνήμη.
Ο πατήρ Αρσένιος Προκοπάκης ζωγραφίζει εκεί όπου η σιωπή συναντά το χρώμα και η ύλη αναζητά το πνεύμα. Ζωγραφίζει τον άνθρωπο, αλλά μοιάζει να αναζητά πίσω από τον άνθρωπο κάτι βαθύτερο. Ζωγραφίζει το φως, αλλά ίσως περισσότερο αναζητά την πηγή του. Και έτσι, κάθε εικόνα γίνεται μια μικρή άσκηση μνήμης και προσευχής.
Γιατί τα χέρια κάποτε κουράζονται. Τα πινέλα κάποτε σωπαίνουν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Το φως όμως που κατάφεραν να αφήσουν πίσω τους μπορεί να συνεχίσει να ταξιδεύει. Ίσως γι’ αυτό ο καλλιτέχνης επιμένει απέναντι στο λευκό. Για να μη νικήσει η λήθη. Για να αποκτήσει μορφή αυτό που κινδυνεύει να χαθεί. Για να μείνει, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, κάτι από εκείνο που κάποτε πέρασε από την ψυχή του.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο βαθύ νόημα της δημιουργίας:
Να φεύγει ο άνθρωπος, αλλά να μένει το φως.
Να σιωπά η φωνή, αλλά να συνεχίζει να μιλά η εικόνα.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να φύγει. Η αληθινή δημιουργία όμως, όταν έχει μέσα της ψυχή, δεν τελειώνει ποτέ.

Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



