Ευρώπη vs Silicon Valley: Το κλειδί των 2 τρισ. ευρώ για την ψηφιακή κυριαρχία
Επί του παρόντος, οι δημόσιες συμβάσεις αντιμετωπίζονται ως ένα καθαρά τεχνικό και οικονομικό πεδίο. Ωστόσο, με τα δισεκατομμύρια που δαπανά η Ευρώπη κάθε χρόνο, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να ωθήσουν τους τεχνολογικούς κολοσσούς προς μια πιο πράσινη και δημοκρατική κατεύθυνση.
Οι ετήσιες δημόσιες προμήθειες της ΕΕ αποτελούν το απόλυτο όπλο για τον εκδημοκρατισμό της ψηφιακής οικονομίας
Έχει γίνει πλέον σχεδόν πολιτικό αντανακλαστικό το να μιλάμε για τον δημόσιο τομέα ως πρόβλημα: πολύ μεγάλος, πολύ δυσκίνητος, υπερβολικά γραφειοκρατικός. Η ψηφιοποίηση παρουσιάζεται ως η λύση — ένα μέσο για τη συρρίκνωση του κράτους, κάνοντάς το πιο «ευέλικτο», πιο αποδοτικό και λιγότερο δαπανηρό.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν στο Social Europe οι Jan Willem Goudriaan, Simon Vinge και Christina Colclough, αυτή η στενή αντίληψη παραβλέπει το πώς ο δημόσιος τομέας υπήρξε ιστορικά μια κινητήρια δύναμη για καινοτόμες αλλαγές και γιατί η απλή αγορά ευρωπαϊκών προϊόντων δεν αρκεί από μόνη της.
Ο δημόσιος τομέας δεν διοικεί απλώς την κοινωνία. Την οργανώνει. Σε μια ψηφιακή οικονομία, αυτή η οργάνωση συντελείται ολοένα και περισσότερο μέσα από τις επιλογές που γίνονται κατά την ανάπτυξη και την προμήθεια ψηφιακών συστημάτων.
Πολιτικές αποφάσεις
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι το πόσο μεγάλο δημόσιο τομέα πρέπει να έχουμε, αλλά ποιον ρόλο θα πρέπει να διαδραματίζει στη διαμόρφωση της ψηφιοποίησης. Πρόσφατα, οι κυβερνήσεις σε κεντρικό και κρατιδιακό επίπεδο —στη Γαλλία και τη Γερμανία αντίστοιχα— αποφάσισαν να αντικαταστήσουν σταδιακά τα κυρίως αμερικανικά λειτουργικά συστήματα, τα εργαλεία συνεργασίας, τις υποδομές cloud και τις πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης με εθνικές και ευρωπαϊκές εναλλακτικές. Αυτές οι αποφάσεις δεν είναι απλώς τεχνικές· είναι πολιτικές. Στοχεύουν στη μείωση της εξάρτησης από αμερικανούς προμηθευτές, στην ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας και στην εξασφάλιση μεγαλύτερου ελέγχου στα δεδομένα και τις υποδομές.
Αυτά τα παραδείγματα αναδεικνύουν πώς οι δημόσιες συμβάσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενεργά για τη διαμόρφωση της αγοράς και τον καθορισμό της κατεύθυνσης της ψηφιοποίησης — όχι απλώς ως κατανάλωση, αλλά ως εφαρμοσμένη βιομηχανική πολιτική, που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και ζητήματα ασφαλείας, μειώνοντας την εξάρτηση από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς. Η ΕΕ έχει την ευκαιρία να βελτιώσει το θεσμικό πλαίσιο μέσω της αναθεώρησης των Οδηγιών για τις Δημόσιες Συμβάσεις, καθώς και μέσω του σχετικού Νόμου για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας και του επερχόμενου Νόμου για την Ανάπτυξη του Cloud και της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Οι δημόσιες συμβάσεις της Ευρώπης αποτελούν ισχυρότατο όπλο ελέγχου των Big Tech
Παρόλα αυτά, οι διαδικασίες δημοπράτησης εξακολουθούν να μην εκλαμβάνονται —ούτε να χρησιμοποιούνται επαρκώς— ως εργαλείο χάραξης πολιτικής, παρότι περισσότερο από το 14% του ΑΕΠ της ΕΕ, ποσό που ισοδυναμεί με περίπου 2 τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, δαπανάται σε δημόσιες συμβάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Με δεδομένο το πόσο ραγδαία ψηφιοποιούνται οι κοινωνίες μας, ένα σημαντικό μέρος αυτού του ιλιγγιώδους ποσού πρέπει να υποθέσουμε ότι κατευθύνεται σε ψηφιακές λύσεις. Οι δημόσιες συμβάσεις δεν αποτελούν λοιπόν ένα απλό κονδύλι του προϋπολογισμού, αλλά μια δομική ζήτηση που βοηθά να καθοριστεί ποιες τεχνολογίες θα αναπτυχθούν και ποια πρότυπα θα καταστούν κανόνες της αγοράς.
Μη ουδέτερη τεχνολογία
Εντούτοις, οι δημόσιες προμήθειες αντιμετωπίζονται ως επί το πλείστον ως ένας τεχνικός κλάδος. Τα κριτήρια διατυπώνονται στενά, οι αξιολογήσεις περιορίζονται κυρίως στην τιμή και τη λειτουργικότητα, και οι ευρύτερες κοινωνικές παράμετροι φαντάζουν δευτερεύουσες — ή ως ρίσκα που πρέπει να ελαχιστοποιηθούν. Αυτό είναι λάθος. Διότι η ψηφιοποίηση δεν είναι ουδέτερη. Ενσωματώνει συγκεκριμένες προτεραιότητες: μεταξύ αποδοτικότητας και ασφάλειας δικαίου, μεταξύ καινοτομίας και ελέγχου, μεταξύ βραχυπρόθεσμης βελτιστοποίησης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Οι δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να σέβονται τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και φορολογικές προϋποθέσεις, υποστηρίζοντας παράλληλα το κράτος δικαίου και τις δέουσες διαδικασίες που αναμένουμε από τη δημόσια διοίκηση και από την ψηφιακή υποδομή στην οποία αυτή βασίζεται. Δεν αρκεί αυτές οι προτεραιότητες να αποτυπώνονται μόνο στη νομοθεσία· πρέπει επίσης να εφαρμόζονται ενεργά στα συγκεκριμένα συστήματα από τα οποία εξαρτάται η κοινωνία μας. Συνεπώς, το ερώτημα πλέον δεν είναι πώς ο δημόσιος τομέας μπορεί να αγοράζει όσο το δυνατόν φθηνότερα, αλλά πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει τη ζήτησή του για να δώσει την κατεύθυνση.
Περιβαλλοντικό αποτύπωμα
Αυτό ισχύει, πρώτα και κύρια, για το περιβάλλον. Τα ψηφιακά συστήματα μοιάζουν συχνά άυλα, αλλά εξαρτώνται από μια τεράστια φυσική υποδομή: κέντρα δεδομένων, παραγωγή υλισμικού και παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Η λειτουργία και η ανάπτυξή τους απαιτούν σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, και η ψύξη συνεπάγεται υψηλή κατανάλωση νερού. Η παραγωγή εξοπλισμού αντλεί σπάνιους πόρους και προκαλεί περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του.
Θα πρέπει, συνεπώς, να υπάρξει απαίτηση για συστηματική περιβαλλοντική λογιστική που θα καλύπτει ολόκληρο τον ψηφιακό κύκλο ζωής — από την ανάπτυξη και τη λειτουργία έως τις αναβαθμίσεις και την απόσυρση. Αυτό όχι μόνο θα βελτιώσει τις μεμονωμένες αποφάσεις, αλλά και θα αλλάξει τη δομή των κινήτρων στην αγορά. Έτσι, μέσω των δημοσίων συμβάσεων θα αποφεύγονται λύσεις που φαίνονται αποδοτικές βραχυπρόθεσμα, αλλά στην πραγματικότητα είναι ενεργοβόρες και προβληματικές σε βάθος χρόνου.
Προστασία δικαιωμάτων
Δεύτερον, τα δικαιώματα. Τα ψηφιακά συστήματα μπορούν να έχουν εκτεταμένες συνέπειες στα δικαιώματα των πολιτών και των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα. Οι αυτοματοποιημένες αποφάσεις, η δημιουργία προφίλ και οι αποφάσεις που βασίζονται σε δεδομένα μπορούν να επηρεάσουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες, θέσεις εργασίας, προαγωγές, την ασφάλεια δικαίου και την ίση μεταχείριση. Ακόμη και όταν οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται εντελώς αυτόματα, οι συστάσεις των συστημάτων μπορούν να έχουν καθοριστικό αντίκτυπο σε άτομα ή σε ομάδες που είναι ήδη περιθωριοποιημένες.
Θα πρέπει, επομένως, να καθιερωθούν απαιτήσεις για εκτιμήσεις αντικτύπου με βάση τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτές θα πρέπει να συντάσσονται σε συνεργασία με εκπροσώπους των πολιτών και των συνδικάτων, να διενεργούνται πριν από την εφαρμογή τους, να επικαιροποιούνται τακτικά και να είναι δημόσια διαθέσιμες.
Διαφάνεια και λογοδοσία
Τρίτον, διαφάνεια και διακυβέρνηση. Οι δημιουργοί ψηφιακών συστημάτων για τον δημόσιο τομέα θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιεύουν μια σειρά από πληροφορίες. Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες άσκησαν με επιτυχία πιέσεις (lobbying) προκειμένου να αποτρέψουν τη δημοσιοποίηση δεδομένων σχετικά με τη χρήση ενέργειας και νερού από τα κέντρα δεδομένων τους. Εξίσου απαράδεκτο είναι ότι καταφέρνουν να μην πληρώνουν το μερίδιο φόρου που τους αναλογεί, ενώ ταυτόχρονα καταβροχθίζουν κρατική χρηματοδότηση. Το κοινό πρέπει να έχει εικόνα για τα ψηφιακά συστήματα που πληρώνει και τον περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο, καθώς και τη δυνατότητα να επαληθεύει πώς λειτουργούν. Θα πρέπει επίσης να διενεργούνται συστηματικοί έλεγχοι νομιμότητας για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την ισχύουσα νομοθεσία και τις συμφωνίες. Χωρίς διαφάνεια και πρόσβαση στον πυρήνα των συστημάτων, καθίσταται δύσκολος ο εντοπισμός και η διόρθωση σφαλμάτων, προκαταλήψεων και ακούσιων συνεπειών — και άρα γίνεται εξίσου δύσκολος ο καταλογισμός ευθυνών.
Δημοκρατική συμμετοχή
Τέταρτον, δημοκρατία και συμμετοχή. Τα ψηφιακά συστήματα αναπτύσσονται συχνά χωρίς τη συστηματική συμμετοχή των εργαζομένων και των πολιτών που τα χρησιμοποιούν ή επηρεάζονται από αυτά. Αυτό δημιουργεί όχι μόνο προβλήματα εφαρμογής, αλλά και ένα δημοκρατικό έλλειμμα. Εάν η συμμετοχή καταστεί προαπαιτούμενο στις δημόσιες συμβάσεις και στην ανάπτυξη, δεν θα αλλάξει απλώς η ποιότητα των λύσεων, αλλά και η λειτουργικότητα και η νομιμοποίησή τους.
Ψηφιακή κυριαρχία
Και τέλος, η κυριαρχία. Η εξάρτηση από ιδιώτες προμηθευτές περιορίζει τα περιθώρια δράσης του δημόσιου τομέα — τόσο τεχνικά όσο και πολιτικά. Όταν τα δεδομένα και τα συστήματα δεν βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο, υπονομεύεται η αυτονομία του δημοσίου. Τα δεδομένα από αυτά τα συστήματα δεν πρέπει να τυγχάνουν εμπορικής εκμετάλλευσης, ούτε να μεταφέρονται εκτός ευρωπαϊκής δικαιοδοσίας. Ο καθορισμός ορίων σε αυτό το πεδίο δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά πολιτική προτεραιότητα. Θα πρέπει να εξεταστεί η δημόσια ιδιοκτησία των ψηφιακών υποδομών και να υποστηριχθούν οι συμπράξεις δημόσιου-δημόσιου τομέα — όπως προωθείται από την Κομισιόν στον επερχόμενο Νόμο για την Ανάπτυξη του Cloud και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτό θα πρέπει να ενισχυθεί με χρηματοδότηση ώστε να βοηθηθούν, για παράδειγμα, οι δήμοι να αναπτύξουν συστήματα εστιασμένα στις κατευθύνσεις που θέτουμε εδώ, και όχι στην υποστήριξη της μεγιστοποίησης του κέρδους και των αρχών της τεχνολογικής υποβάθμισης (enshittification).
Μια νέα προοπτική
Όλα τα ζητήματα που περιγράφονται παραπάνω μπορούν να αντιμετωπιστούν εντός των υφιστάμενων πλαισίων για τις δημόσιες συμβάσεις. Η σχετική νομοθεσία δεν αποκλείει τη συνεκτίμηση του περιβάλλοντος, των δικαιωμάτων ή των μακροπρόθεσμων κοινωνικών επιπτώσεων. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι το πώς ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυτή η νομοθεσία.
Σήμερα, η κυρίαρχη άποψη είναι ότι ο δημόσιος τομέας οφείλει πρωτίστως να ελαχιστοποιεί το κόστος και τα ρίσκα. Κάτι τέτοιο υποβιβάζει τις δημόσιες συμβάσεις σε μια καθαρά διοικητική λειτουργία. Μια εναλλακτική θεώρηση, όπως παρουσιάζεται εδώ, υποστηρίζει ότι ο δημόσιος τομέας μπορεί, μέσω των συμβάσεών του, να επηρεάσει την αγορά και τις διαθέσιμες λύσεις. Από αυτή την οπτική, το δημόσιο δεν στέκεται εμπόδιο στην καινοτομία, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για να διασφαλιστεί ότι η καινοτομία κινείται σε μια κατεύθυνση συμβατή με τις δημοκρατικές αξίες και την κυριαρχία, προστατεύοντας παράλληλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και το περιβάλλον.
- Jan Willem Goudriaan: Γενικός Γραμματέας της EPSU (Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συνδικάτων Δημόσιων Υπηρεσιών)
- Simon Vinge: Επικεφαλής οικονομολόγος του σουηδικού συνδικάτου Akademikerförbundet SSR, με εξειδίκευση στη χρήση αλγορίθμων στον δημόσιο τομέα
- Christina Colclough: Ιδρύτρια του “The Why Not Lab”, ειδικός σε θέματα ψηφιοποίησης της εργασίας, τεχνητής νοημοσύνης και προστασίας των δεδομένων των εργαζομένων
Πηγή in.gr



