Συνέντευξη με την εικαστικό Φλώρα Λένου Γιακουμή
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επέλεξαν την Τέχνη, τους επέλεξε εκείνη από πολύ νωρίς. Από τα παιδικά της χρόνια, όταν ακόμη ο κόσμος γύρω της φάνταζε στενός και συνηθισμένος, εκείνη ανακάλυπτε διόδους διαφυγής μέσα από τα χρώματα, τις γραμμές και τις μορφές. Η ζωγραφική έγινε ο μυστικός της τόπος, ένας χώρος ελευθερίας, περισυλλογής και εσωτερικής ανάτασης. Σε εποχές όπου η ενασχόληση με την τέχνη θεωρούνταν πολυτέλεια, οι γονείς της, με κόπο και θυσίες, της άνοιξαν το πρώτο παράθυρο δημιουργίας, προσφέροντάς της μαθήματα ζωγραφικής και πίστη στο όνειρό της.
Μπορεί η πορεία να μην την οδήγησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως η τέχνη δεν εγκατέλειψε ποτέ την ψυχή της. Αντίθετα, έγινε συνοδοιπόρος στις δυσκολίες της ζωής, στήριγμα στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και τρόπος να διατηρεί άγρυπνη την ευαισθησία και την ανθρωπιά της. Παράλληλα με την οικογένεια και την πολυετή εργασία της, συνέχισε αδιάκοπα να δημιουργεί, να αναζητά, να πειραματίζεται. Ζωγραφική, αγιογραφία, καλλιτεχνικό κόσμημα, κέντημα και κάθε μορφή τέχνης αποτέλεσε για εκείνη όχι μόνο έκφραση, αλλά και δρόμο αυτογνωσίας.
Ιδιαίτερα το αφηγηματικό κέντημα τής έδωσε τα τελευταία χρόνια έναν νέο τρόπο να «γράφει» ιστορίες με βελόνα και νήμα, μετατρέποντας την παράδοση σε ζωντανή μνήμη και συλλογική κατάθεση ψυχής.
- Πότε καταλάβατε για πρώτη φορά ότι η Τέχνη δεν ήταν απλώς ένα χόμπι, αλλά μια εσωτερική ανάγκη και τρόπος ζωής για εσάς;
Πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι η Τέχνη για μένα δεν ήταν μόνο ένα χόμπι, αλλά εσωτερική ανάγκη , ήταν η μέρα που πηγαίνοντας στο σχολείο απέκτησα το πρώτο μπλοκ ζωγραφικής και τις ξυλομπογιές μου. Από την εποχή εκείνη ως σήμερα, το λευκό φύλλο για ζωγραφική καθώς και το λευκό τελάρο πριν τα χρησιμοποιήσω τα πιάνω, τα χαϊδεύω και η αφή τους μιλάει μέσα μου.
- Παρότι δεν καταφέρατε να φοιτήσετε στην ΑΣΚΤ, δεν εγκαταλείψατε ποτέ την καλλιτεχνική σας πορεία. Τι ήταν αυτό που σας έδινε δύναμη να συνεχίζετε;
Παρόλο που δεν κατάφερα να φοιτήσω στην ΑΣΚΤ και ο δρόμος της ζωής με έστειλε σε άσχετα με την τέχνη μονοπάτια βιοπορισμού, πάντα εύρισκα τρόπο και χρόνο να δημιουργώ τέχνη, γιατί για μένα αυτό ήταν πραγματική ανάγκη. Ακόμη κι όταν τα παιδιά μου ήταν σε βρεφική ηλικία, ο τρόπος για να ξεφεύγει το μυαλό από αυξημένες ευθύνες και το σώμα από κούραση, ήταν οι καμβάδες μου, που γέμιζαν είτε με κλωστές είτε με πινέλα. Έτσι χαλάρωνα και έπαιρνα δύναμη για την επόμενη μέρα. Επομένως το χρώμα και η δημιουργία ήταν πηγή δύναμης μέσα στην καθημερινότητα, ακόμη κι αν χρειάζονταν γι’ αυτό νυχτέρια.
- Με ποιον τρόπο η ζωγραφική, το κέντημα και οι υπόλοιπες καλλιτεχνικές σας ενασχολήσεις συνέβαλαν στην προσωπική σας ισορροπία και εξέλιξη;
Η ζωγραφική, το κέντημα, η αγιογραφία και το καλλιτεχνικό κόσμημα συνέβαλαν στην εξέλιξή του χαρακτήρα μου, ώστε σήμερα να είμαι πιο συγκεντρωμένη, πιο οργανωτική, πιο σίγουρη για τον εαυτό μου. Για έναν καλλιτέχνη κάθε δημιουργία είναι μια πρόκληση, την οποία καλείται να φέρει σε πέρας. Πιστεύω ότι κανείς δεν είναι σίγουρος εκ των προτέρων για το αποτέλεσμα μιας δημιουργίας, επομένως κάθε τι που ολοκληρώνεται με επιτυχία, αυξάνει την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου και σταγόνα – σταγόνα τη βεβαιότητα για προσεχή επιτυχημένα αποτελέσματα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που συντελεί στην απαραίτητη για τη ζωή, χαρά και στην ψυχική ισορροπία μου. Οι μοναχικές ώρες δημιουργίας συντελούν στην αυτοβελτίωση, μέσα από ανάλυση καταστάσεων, ζύγισμα και λήψη σωστών αποφάσεων.
- Τι σημαίνει για εσάς η συμμετοχή σας στη «Συντροφιά του Συλλογικού Κεντήματος» και ποια συναισθήματα σας άφησε η δωρεά των έργων στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού;
Η συμμετοχή μου στη «Συντροφιά του Συλλογικού κεντήματος, ήταν μια ιδέα της φίλης μου Κλαυδίας Μάμαλη, που εκτός από τις ίδιες ανησυχίες και όρεξη για προσφορά με εμένα, έχει και το ταλέντο να επικοινωνεί τις ιδέες της και να ξεσηκώνει κόσμο. Ήταν μια μεγάλη πρόκληση, γιατί το έργο έπρεπε να είναι πλήρες, άρα χρειαζόταν πολλή δουλειά και αρχικά υπήρχε η αμφιβολία αν θα βρισκόταν τόσες γυναίκες με διάθεση προσφοράς κόπου, χρόνου και εξόδων. Όταν απ’ όλη την Ελλάδα δήλωναν συμμετοχή, η μία μετά την άλλη πάνω από 150 γυναίκες σε ένα έργο προσφοράς, πρώτη φορά ένιωσα ότι δεν είμαστε λίγες οι ονειροπόλες, ότι η προσφορά είναι ανάγκη και για άλλους ανθρώπους και ότι υπάρχουν ακόμη κι αυτοί που δεν λειτουργούν μόνο για το κέρδος, αλλά ενδιαφέρονται για την ποιότητα του αποτυπώματος, που θα αφήσουν πίσω τους . Δυστυχώς υπήρξαν νομικές δυσκολίες μέχρι να βρεθεί ο τρόπος να δωρηθεί το συλλογικό κέντημα στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, όμως αισίως ξεπεράστηκαν και μια ανακούφιση απλώθηκε μέσα μου, σαν αυτή που αισθάνεται κάποιος όταν εξασφαλίζεται μόνιμη στέγη για το παιδί του.
- Το αφηγηματικό κέντημα αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή τέχνης. Τι σας γοητεύει περισσότερο σε αυτό και ποια θέματα εμπνέουν συνήθως τα έργα σας;
Το αφηγηματικό κέντημα είναι ένας τρόπος να μιλήσεις για κάτι εντελώς δικό σου, είναι ο τρόπος να φτιάξεις κάτι εντελώς μοναδικό. Έτσι πάνω στο ύφασμα τοποθετεί κάποιος με τη βελόνα του μια η περισσότερες εικόνες, σχέδια συνδετικά και κυρίως τις φράσεις που αισθάνεται ότι πρέπει να μοιραστεί. Εγώ για παράδειγμα, μέσω του αφηγηματικού κεντήματος, μίλησα για τις αξίες της ζωής, για τη φιλία, για τη θάλασσα, για τον έρωτα, για τις όμορφες συνήθειες, όπως ένας καφές με φίλους, η προσμονή για ένα τσάι με φίλη που ζει μακριά, για λουλούδια, για εποχές, για την προσμονή ξενιτεμένου και τόσα άλλα…
- Έχοντας παρουσιάσει έργα σας σε σημαντικές ομαδικές εκθέσεις, τι θα θέλατε να νιώθει ή να σκέφτεται ο κόσμος όταν έρχεται σε επαφή με τις δημιουργίες σας;
Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που παίρνω μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, χαίρομαι γιατί είναι ο τρόπος να δείξω ποια είμαι και τι βιώματα έχω, αφού σαν χαρακτήρας είμαι συνεσταλμένη και τα λόγια για να συστηθώ βγαίνουν δύσκολα από το στόμα μου. Οι εκθέσεις βγάζουν την ψυχή μου προς τα έξω. Αν και διακατέχομαι από ντροπή και αμφιβολία για την αξία των έργων μου, ωστόσο η χαρά μου είναι μεγάλη, όταν βλέπω ότι αυτά προκαλούν ενδιαφέρον. Η ομαδική έκθεση με βοηθάει να εκτίθεμαι και ταυτόχρονα να «κρύβομαι» ανάμεσα στους πολλούς. Θα ήθελα ο κόσμος, που στέκεται απέναντι σ’ ένα έργο μου, να μπορεί να αισθάνεται ότι υπάρχει ουσία σ’ αυτό και να νιώθει να αγγίζει η εικόνα την αισθητική του.
Η διαδρομή της μέσα στην τέχνη δεν υπήρξε ποτέ δρόμος φιλοδοξίας ή προσωπικής προβολής. Υπήρξε, κυρίως, μια ήσυχη αλλά βαθιά ανάγκη να επικοινωνήσει με τον κόσμο όσα δεν χωρούν εύκολα στις λέξεις: μνήμες, αγωνίες, πίστη, ελπίδα και αγάπη για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του τόπου μας. Μέσα από τις ομαδικές εκθέσεις, τις συλλογικές δράσεις και τη συμμετοχή της στη μεγάλη προσπάθεια του συλλογικού κεντήματος, όπου εκατοντάδες γυναίκες ένωσαν δημιουργικά τις ψυχές και τα χέρια τους για να αποτυπώσουν τον ελληνικό πολιτισμό, ένιωσε πως η τέχνη αποκτά το αληθινό της νόημα όταν γίνεται προσφορά.
Τα δεκατέσσερα έργα της που σήμερα φιλοξενούνται στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού αποτελούν όχι μόνο προσωπική δικαίωση, αλλά και μια σιωπηλή μαρτυρία ότι η δημιουργία δεν γνωρίζει ηλικία, όρια ή επαγγελματικές ταυτότητες. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ακόμη κι αν δεν έζησαν από την τέχνη, έζησαν χάρη σε αυτήν. Και ίσως αυτή να είναι η πιο αυθεντική μορφή καλλιτεχνικής αλήθειας.

Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



