Οι Νεοέλληνες: Μιμητές των μιμητών του τρίπτυχου ελληνικού πολιτισμού!
Ζούμε σε μια χώρα που κουβαλά επάνω της τρεις μεγάλες σφραγίδες: την αρχαία ελληνική σκέψη, τη βυζαντινή πνευματικότητα και τη λαϊκή ψυχή της Ρωμιοσύνης. Ένα τρίπτυχο που δεν υπήρξε ποτέ απλή διακόσμηση ιστορικής βιτρίνας, ήταν τρόπος ζωής, τρόπος θέασης του κόσμου, μέτρο ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κι όμως, οι σημερινοί Νεοέλληνες δεν μοιάζουν να είναι οι φυσικοί συνεχιστές αυτού του πολιτισμού. Μοιάζουν περισσότερο με μιμητές των μιμητών του. Αντί να αντλούν από την πηγή, αντιγράφουν τις σκιές όσων κάποτε επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την ελληνικότητα.
Και κάπως έτσι, ο τόπος γέμισε από ανθρώπους που φορούν προσωπεία πολιτισμού χωρίς να έχουν βιώσει ποτέ την ουσία του. Άνθρωποι που επικαλούνται τον Πλάτωνα χωρίς να έχουν αγωνιστεί ούτε μία μέρα για την αλήθεια. Άνθρωποι που μιλούν για την Ορθοδοξία χωρίς να έχουν γευτεί ούτε μια στιγμή ταπείνωσης και αγάπης. Άνθρωποι που τραγουδούν για τη Ρωμιοσύνη, μα εγκαταλείπουν τον διπλανό τους στην πρώτη δυσκολία. Μια κοινωνία γεμάτη συνθήματα, χωρίς βίωμα. Γεμάτη εικόνες, χωρίς ψυχή.
Ο Νεοέλληνας του σήμερα εκπαιδεύτηκε να θαυμάζει το περίβλημα. Να στέκεται μπροστά στα ερείπια της Ιστορίας και να φωτογραφίζεται με ύφος κληρονόμου μιας δόξας που κάποτε του ανήκε. Δεν αισθάνεται την ευθύνη να συνεχίσει αυτόν τον πολιτισμό, αρκείται στο να τον επικαλείται. Έτσι, η ελληνικότητα μετατράπηκε σε εμπορικό λογότυπο, σε τουριστική ταμπέλα, σε πολιτικό σύνθημα προεκλογικών εξαγγελιών.
Η αρχαία Ελλάδα έγινε για πολλούς ένα μουσειακό έκθεμα. Μιλούν για δημοκρατία άνθρωποι που δεν αντέχουν τον αντίλογο. Επικαλούνται τον Σωκράτη εκείνοι που φοβούνται κάθε ελεύθερη σκέψη. Αναφέρονται στον Αριστοτέλη όσοι έμαθαν να ζουν με την ευκολία της μετριότητας. Ο ελληνικός λόγος, που κάποτε γεννούσε φιλοσοφία, σήμερα εξαντλείται σε τηλεοπτικές αψιμαχίες, σε ψηφιακές κραυγές και σε δημόσιες σχέσεις. Ο διάλογος αντικαταστάθηκε από την αλαζονεία της γνώμης. Και η σοφία από τη φθηνή πληροφορία.
Κι όμως, η αρχαία ελληνική σκέψη δεν ήταν μια συλλογή αποφθεγμάτων για κοινωνικά δίκτυα. Ήταν τρόπος άσκησης της ψυχής. Ήταν η αγωνία του ανθρώπου να βρει το μέτρο. Να μάθει να αμφισβητεί τον εαυτό του πριν καταδικάσει τον κόσμο. Να οικοδομεί πόλη και όχι να λεηλατεί το κοινό αγαθό.
Αλλά πώς να μιλήσεις σήμερα για μέτρο σε μια κοινωνία που έμαθε να ζει με την υπερβολή; Με την υπερβολή της κατανάλωσης, της εικόνας, της ιδεολογικής τύφλωσης, της κενής αυτοπροβολής; Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει να είναι πολίτης. Θέλει να είναι πελάτης. Δεν ζητά αλήθεια, ζητά ευκολία. Δεν αναζητά κοινότητα, αναζητά προσωπικό βόλεμα.
Κάποτε, το Βυζάντιο κράτησε όρθια μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Όχι μόνο με τείχη και στρατούς, αλλά με την πίστη ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς βιολογική ύπαρξη. Ότι μέσα του υπάρχει μια πνευματική δίψα που δεν γεμίζει με ύλη. Η βυζαντινή παράδοση δίδαξε την έννοια της κοινότητας, της προσφοράς, της εσωτερικής καλλιέργειας. Σήμερα, όμως, ακόμη και η πίστη μετατράπηκε σε επιφανειακή συνήθεια.
Οι άνθρωποι ανάβουν κεριά μηχανικά, σταυροκοπιούνται δημόσια, μα αδυνατούν να συγχωρήσουν. Γιορτάζουν θρησκευτικές εορτές με θόρυβο και επίδειξη, αλλά ξεχνούν την ουσία της αγάπης και της θυσίας. Η πνευματικότητα έγινε κοινωνικό αξεσουάρ. Και η Εκκλησία, αντί πολλές φορές να αφυπνίζει συνειδήσεις, εγκλωβίστηκε σε μια φοβική διαχείριση της πραγματικότητας.
Η μεγαλύτερη τραγωδία του Νεοέλληνα δεν είναι ότι απομακρύνθηκε από τις ρίζες του. Είναι ότι έπεισε τον εαυτό του πως εξακολουθεί να τις υπηρετεί. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της παρακμής: όταν η ψευδαίσθηση αντικαθιστά την αλήθεια.
Μιλάμε για παράδοση και την ίδια στιγμή γκρεμίζουμε κάθε έννοια συλλογικότητας. Μιλάμε για οικογένεια, αλλά μεγαλώνουμε παιδιά χωρίς χρόνο, χωρίς ακούσματα, χωρίς αξιακά θεμέλια. Μιλάμε για πατρίδα, αλλά αντιμετωπίζουμε τον δημόσιο χώρο σαν ξένο οικόπεδο που επιτρέπεται να καταστρέψουμε. Μιλάμε για ανθρωπιά, αλλά συνηθίσαμε να προσπερνάμε τον πόνο σαν τηλεοπτική εικόνα.
Η νεοελληνική κοινωνία μοιάζει κουρασμένη. Όχι απαραίτητα από τις δυσκολίες, αλλά από την απουσία νοήματος. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν πια να κοιταχτούν κατάματα. Προτιμούν τη διαρκή απόσπαση: μια οθόνη, μια είδηση, μια ψεύτικη αντιπαράθεση, μια εφήμερη διασκέδαση. Η σιωπή τους τρομάζει, γιατί μέσα της κρύβεται το ερώτημα που αποφεύγουν εδώ και χρόνια: «Ποιοι είμαστε τελικά;»
Είμαστε απόγονοι ενός πολιτισμού ή καταναλωτές ενός μύθου; Είμαστε συνεχιστές ή τουρίστες μέσα στην ίδια μας την Ιστορία;
Η κρίση που βιώνει η Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομική ή πολιτική,είναι βαθιά υπαρξιακή. Είναι κρίση ταυτότητας. Γιατί ένας λαός που χάνει τη μνήμη του, αργά ή γρήγορα χάνει και τη φωνή του. Και τότε αρχίζει να μιλά με ξένα λόγια, να σκέφτεται με ξένα μέτρα, να ονειρεύεται ξένες ζωές.
Ο Νεοέλληνας έμαθε να μιμείται. Να αντιγράφει πρότυπα ξένων κοινωνιών χωρίς να εξετάζει αν ταιριάζουν στη δική του πραγματικότητα. Άλλοτε μιμείται τη δυτική επιφανειακή προοδευτικότητα, άλλοτε έναν στείρο εθνικισμό, άλλοτε έναν άγονο καταναλωτισμό. Μα σε όλες τις περιπτώσεις λείπει το βασικό: η αυθεντικότητα.
Γιατί ο ελληνικός πολιτισμός ποτέ δεν γεννήθηκε από μίμηση. Γεννήθηκε από δημιουργική σύνθεση. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αντέγραφαν λαούς, αφομοίωναν ιδέες και τις μετέτρεπαν σε κάτι νέο. Το Βυζάντιο δεν επέζησε επειδή απομονώθηκε, επέζησε επειδή έντυσε την οικουμενικότητα με ελληνικό φως. Η λαϊκή παράδοση της Ρωμιοσύνης δεν δημιουργήθηκε σε σαλόνια διανοουμένων, αλλά μέσα στον πόνο, στον αγώνα, στην ανάγκη του ανθρώπου να σταθεί όρθιος.
Σήμερα, όμως, ζούμε σε μια εποχή όπου η αντιγραφή θεωρείται επιτυχία. Αντιγράφουμε τρόπους ζωής, πολιτικά μοντέλα, ακόμη και συναισθήματα. Οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται όπως νιώθουν, ερωτεύονται όπως τους έμαθαν οι εικόνες. Δεν διαμαρτύρονται επειδή πονάνε, αλλά επειδή το απαιτεί η κοινωνική τάση της στιγμής. Η αυθεντικότητα έγινε επικίνδυνη, γιατί απαιτεί ευθύνη.
Και μέσα σε αυτή τη σύγχυση, η πολιτική μετατράπηκε σε θέατρο. Οι πολιτικοί γνωρίζουν ότι απευθύνονται σε μια κοινωνία εξαντλημένη από το ψέμα, αλλά αντί να πουν αλήθειες, προσφέρουν καλύτερα σκηνοθετημένες ψευδαισθήσεις. Υπόσχονται ανάπτυξη χωρίς παιδεία, πρόοδο χωρίς αξίες, ασφάλεια χωρίς δικαιοσύνη. Και οι πολίτες, συχνά απογοητευμένοι και φοβισμένοι, επιλέγουν όχι εκείνον που θα αλλάξει τη χώρα, αλλά εκείνον που θα τους ενοχλήσει λιγότερο.
Η παιδεία, που θα έπρεπε να είναι η μεγάλη ελπίδα αναγέννησης, λειτουργεί πολλές φορές σαν μηχανισμός παραγωγής υπάκουων ανθρώπων. Τα παιδιά μαθαίνουν να αποστηθίζουν, όχι να σκέφτονται. Να κυνηγούν επαγγελματική αποκατάσταση, όχι προσωπική καλλιέργεια. Να ανταγωνίζονται, όχι να συνεργάζονται. Έτσι, η κοινωνία γεμίζει πτυχιούχους χωρίς πνευματικό προσανατολισμό.
Κι όμως, κάθε φορά που αυτός ο τόπος έφτανε κοντά στην κατάρρευση, γεννιόταν μέσα από τα ερείπια μια δύναμη αναγέννησης. Γιατί κάτω από τις στρώσεις της παρακμής υπάρχει ακόμη μια μνήμη ζωντανή. Υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να δημιουργούν, να διαβάζουν, να αγαπούν, να υπερασπίζονται την αλήθεια χωρίς αντάλλαγμα. Υπάρχουν νέοι που αρνούνται να γίνουν κυνικοί. Υπάρχουν οικογένειες που επιμένουν να κρατούν ανθρωπιά μέσα σε έναν κόσμο ψυχρό.
Η ελπίδα της Ελλάδας δεν θα έρθει από μεγαλόστομες εξαγγελίες. Θα έρθει από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα πάψει να υποδύεται τον Έλληνα και θα αποφασίσει να ζήσει ως τέτοιος. Όχι με εθνικιστικές κορώνες, αλλά με συνείδηση ευθύνης. Με σεβασμό στον λόγο, στον συνάνθρωπο, στη συλλογική ζωή. Με την τόλμη να αναγνωρίσει τα λάθη του πολιτισμού του χωρίς να απαρνηθεί το φως του.
Γιατί ο ελληνικός πολιτισμός δεν είναι μια φυλετική ανωτερότητα ούτε μια νοσταλγική ανάμνηση. Είναι μια συνεχής άσκηση ανθρωπιάς. Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να αναζητά το αληθινό, το ωραίο και το δίκαιο ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές εποχές.
Οι Νεοέλληνες μιμητές των μιμητών του τρίπτυχου ελληνικού πολιτισμού δεν θα σωθούν με περισσότερες σημαίες, περισσότερα συνθήματα ή περισσότερες επετειακές γιορτές. Θα σωθούν μόνο όταν ξαναβρούν το θάρρος της αυθεντικότητας. Όταν σταματήσουν να αναζητούν την ελληνικότητα στις κορνίζες του παρελθόντος και τη φέρουν στην καθημερινή πράξη.
Στον τρόπο που μιλούν.
Στον τρόπο που ερωτεύονται.
Στον τρόπο που εργάζονται.
Στον τρόπο που στέκονται απέναντι στον αδύναμο.
Στον τρόπο που υπερασπίζονται την αλήθεια ακόμη κι όταν κοστίζει.
Τότε ίσως αυτός ο τόπος πάψει να είναι μια χώρα που καταναλώνει το ένδοξο παρελθόν της και γίνει ξανά μια κοινωνία που γεννά πολιτισμό.
Γιατί η Ελλάδα δεν πέθανε ποτέ από φτώχεια. Πέθανε μόνο όταν ξέχασε ποια ήταν. Και αναστήθηκε κάθε φορά που κάποιοι λίγοι αρνήθηκαν να μιμηθούν. Κάθε φορά που επέλεξαν να δημιουργήσουν.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη επανάσταση της εποχής μας να μην είναι πολιτική ούτε οικονομική. Ίσως να είναι βαθιά ανθρώπινη. Η επανάσταση της επιστροφής στην αλήθεια, στην ουσία, στην ευθύνη. Και αυτή η επανάσταση δεν ξεκινά από τα έδρανα της εξουσίας. Ξεκινά από την ψυχή του ανθρώπου!
Εύα Καπελλάκη Κοντού [Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



