Νεανική παραβατικότητα: 9 στους 10 πολίτες βλέπουν αύξηση – Οικογένεια, socialmedia και κρίση αξιών στο επίκεντρο
της Εύας Νιργιανάκη…
Η νεανική παραβατικότητα αποτελεί ένα φαινόμενο που προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στην ελληνική κοινωνία. Τα πρόσφατα στοιχεία κοινωνικών ερευνών (Α. Έρευνα -Νέοι 16-24 ετών και Β. Έρευνα -Γενικός πληθυσμός (17 ετών και άνω), από την G.P.O. ΕΡΕΥΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΕ) που παρουσιάζει το Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), καταγράφουν έναν ιδιαίτερα έντονο προβληματισμό για την αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερευνών, το 95,3% του γενικού πληθυσμού και το 93,7% των νέων, θεωρεί ότι η νεανική παραβατικότητα έχει αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που αναδεικνύει το ζήτημα ως ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα της σύγχρονης εποχής.
Τα ευρήματα της μελέτης υπογραμμίζουν ότι η νεανική παραβατικότητα δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο ή απλό φαινόμενο, αλλά ένα σύνθετο κοινωνικό ζήτημα που συνδέεται με πολλούς παράγοντες. Ανάμεσα στους σημαντικότερους καταγράφεται η έλλειψη επικοινωνίας και εποπτείας στο οικογενειακό περιβάλλον. Η αποδυνάμωση της οικογενειακής συνοχής, η περιορισμένη παρουσία των γονέων στην καθημερινότητα των παιδιών και η απουσία ουσιαστικού διαλόγου μέσα στην οικογένεια, αναδεικνύονται ως βασικές αιτίες που μπορούν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη παραβατικών συμπεριφορών.Σημαντικός παράγοντας θεωρείται επίσης, η κοινωνική αποστασιοποίηση των νέων και η αυξημένη έκθεση σε εθισμούς που σχετίζονται με το διαδίκτυο, τα ψηφιακά παιχνίδια ή ακόμη και τη χρήση ουσιών. Η εντατική χρήση και έκθεση στα ψηφιακά μέσα, σε συνδυασμό με την απομάκρυνση από τις παραδοσιακές μορφές κοινωνικής αλληλεπίδρασης, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι νέοι ενδέχεται να επηρεάζονται από πρότυπα επιθετικότητας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς.Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ρόλο των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων. Τα βίαια πρότυπα που συχνά προβάλλονται μέσα από την τηλεόραση, τις διαδικτυακές πλατφόρμες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φαίνεται να λειτουργούν ως παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των νέων, συμβάλλοντας σε «κανονικοποίηση» της βίας στην καθημερινότητα.
Σημαντική θεωρείται επίσης η συμβολή παραγόντων, όπως η κρίση του σχολείου και η περιορισμένη συνεργασία ανάμεσα στο σχολικό περιβάλλον και την οικογένεια. Το σχολείο, το οποίο παραδοσιακά λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός κοινωνικοποίησης των νέων, καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει πολλαπλές προκλήσεις, από περιστατικά εκφοβισμού έως την διαχείριση συγκρούσεων μεταξύ μαθητών.
Τα πιο συχνά περιστατικά νεανικής παραβατικότητας που καταγράφονται, αφορούν κυρίως μορφές βίας και επιθετικότητας, όπως λεκτική και σωματική βία, σχολικό εκφοβισμό (bullying), διαδικτυακή παρενόχληση και μικροπαραβατικές συμπεριφορές σε σχολικούς ή δημόσιους χώρους. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, τα περιστατικά δεν αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές ή στο σχολικό περιβάλλον, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούν ότι οι θεσμοί δεν μπορούν να παρέμβουν αποτελεσματικά.
Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών φαίνεται να έχει συμβάλει στην ενίσχυση του φαινομένου. Σύμφωνα με την έρευνα, σημαντικό ποσοστό των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι κοινωνικές ανισότητες, η ανεργία και η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζουν αρνητικά τις συμπεριφορές των νέων. Παράλληλα, η περίοδος της πανδημίας φαίνεται να επιδείνωσε την κατάσταση, καθώς η κοινωνική απομόνωση και η αυξημένη χρήση των ψηφιακών μέσων επηρέασαν την ψυχολογία και την καθημερινότητα πολλών εφήβων.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύεται, είναι η χαμηλή εμπιστοσύνη προς θεσμούς, όπως το σχολείο ή η αστυνομία όσον αφορά την αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. Η αντίληψη, ότι οι παραβατικές συμπεριφορές συχνά δεν τιμωρούνται επαρκώς ενισχύει το αίσθημα ατιμωρησίας και δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η παραβατικότητα μπορεί να «ανθίζει».
Στο πλαίσιο αυτό, οι έρευνες υπογραμμίζουν τον καθοριστικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει και η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου. Οι δήμοι καλούνται να αναπτύξουν ολοκληρωμένες πολιτικές που θα ενισχύουν τις δομές, θα στηρίζουν τις οικογένειες και θα δημιουργούν ευκαιρίες συμμετοχής των νέων σεδραστηριότητες.Η συνεργασία μεταξύ δήμων, σχολείων, κοινωνικών υπηρεσιών και τοπικών φορέων θεωρείται απαραίτητη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών παρεμβάσεων. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση προγραμμάτων πρόληψης, η ανάπτυξη δικτύων υποστήριξης για νέους και οικογένειες, καθώς και η ενδυνάμωση των τοπικών κοινωνιών, με σκοπό να μπορούν να ανταποκρίνονται έγκαιρα σε περιστατικά παραβατικής συμπεριφοράς.
Το βασικό συμπέρασμα των ερευνών είναι ότι η νεανική παραβατικότητα αποτελεί ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο απαιτεί συντονισμένες και άμεσες δράσεις σε εθνικό επίπεδο. Η πρόληψη, η έγκαιρη παρέμβαση και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση να καλείται να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο.

