Το προσωπείο πόσο επηρεάζει ως «μάσκα υποκρισίας» στην καθημερινότητά μας;
Ζούμε σε μια εποχή όπου το πρόσωπο σπανίως μένει γυμνό. Κάπου ανάμεσα στην ανάγκη της αποδοχής και στον φόβο της απόρριψης, φορέσαμε ένα προσωπείο άλλοτε διακριτικό σαν διάφανο πέπλο, άλλοτε βαρύ σαν αρχαία τραγωδία. Στην πόλη των γρήγορων ρυθμών και των επιφανειακών εντυπώσεων, μάθαμε να χαμογελάμε όταν μέσα μας θρυμματιζόμαστε, να συμφωνούμε όταν διαφωνούμε, να παρουσιαζόμαστε «καλά» για να μην ενοχλήσουμε την ευταξία της εικόνας.
Το προσωπείο, όμως, δεν είναι απλώς μια κοινωνική σύμβαση, είναι μια σιωπηλή συμφωνία με τον εαυτό μας. Μια μάσκα που υπόσχεται προστασία, αλλά συχνά καταλήγει φυλακή. Πόσο επηρέασε, άραγε, την καθημερινότητά μας αυτή η συνήθεια της υποκρισίας; Πόσο αλλοίωσε τις σχέσεις, τις λέξεις, τα βλέμματα; Και κυρίως: πότε σταματήσαμε να αναγνωρίζουμε το αληθινό μας πρόσωπο κάτω από τα στρώματα των ρόλων που υιοθετήσαμε;
Αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο την κοινωνία, αφορά τον καθένα μας ξεχωριστά. Γιατί κάθε προσωπείο έχει μια ρωγμή κι από εκεί, αργά ή γρήγορα, διαρρέει η αλήθεια.
Το προσωπείο δεν είναι μόνο ένα αποκριάτικο αξεσουάρ, ούτε ένα θεατρικό αντικείμενο που φοριέται για τις ανάγκες ενός ρόλου. Δεν περιορίζεται στη σκηνή του Θεάτρου ούτε στις πολύχρωμες παρελάσεις της Πάτρας. Το προσωπείο έχει εγκατασταθεί στην καθημερινότητά μας αθόρυβα, σχεδόν ύπουλα. Το συναντάμε στα γραφεία, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, στις φιλίες, στις δημόσιες τοποθετήσεις. Και όσο πιο «φυσικό» φαίνεται, τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται.
Ζούμε σε μια εποχή που επιβραβεύει την εικόνα. Η επιτυχία μετριέται με χαμόγελα καλοκουρδισμένα, με λόγια μετρημένα, με στάσεις που δεν ενοχλούν. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τη φράση «μην το πεις έτσι», «χαμήλωσε τον τόνο», «κράτα τα προσχήματα»; Το προσωπείο γεννιέται ακριβώς εκεί: στην ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί, να μη διαταράξουμε τις ισορροπίες, να μη χάσουμε την εύνοια.
Η υποκρισία που το συνοδεύει δεν είναι πάντα θεαματική. Δεν είναι απαραίτητα η χονδροειδής διπροσωπία. Είναι η μικρή, καθημερινή παραχώρηση της αλήθειας μας. Είναι το «σε καταλαβαίνω» που δεν το εννοούμε. Είναι το «είμαι καλά» που προφέρεται ενώ μέσα μας καίγεται μια πυρκαγιά. Είναι η σιωπή μπροστά στην αδικία, επειδή «δεν είναι δική μας υπόθεση». Έτσι, το προσωπείο δεν κρύβει μόνο το πρόσωπό μας, κρύβει τη συνείδησή μας.
Αναλογιστείτε πόσες σχέσεις στηρίζονται σε μια αμοιβαία σύμβαση προσποίησης. Σχέσεις όπου οι άνθρωποι φοβούνται να αποκαλύψουν την ευαλωτότητά τους, μήπως θεωρηθούν αδύναμοι. Φιλίες που επιβιώνουν μέσα από επιφανειακές συζητήσεις, γιατί κανείς δεν τολμά να πει «με πλήγωσες». Επαγγελματικές συνεργασίες που λειτουργούν με χαμόγελα-μάσκες, ενώ από κάτω βράζει ο ανταγωνισμός. Το προσωπείο γίνεται εργαλείο επιβίωσης. Αλλά τι είδους επιβίωση είναι αυτή που απαιτεί την ακύρωση του εαυτού;
Η κοινωνία συχνά μας μαθαίνει ότι η ειλικρίνεια κοστίζει. Και πράγματι κοστίζει. Κοστίζει θέσεις, κοστίζει δημοφιλία, κοστίζει τόσα πολλά… Όμως η διαρκής χρήση προσωπείου έχει μεγαλύτερο τίμημα: κοστίζει την εσωτερική μας γαλήνη. Όταν κάθε μέρα υποδυόμαστε έναν ρόλο που δεν μας ταιριάζει, φθείρουμε την ψυχή μας. Δημιουργούμε μια απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που δείχνουμε. Κι αυτή η απόσταση, όσο μεγαλώνει, τόσο μας αποξενώνει.
Ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν την ανάγκη για μια άψογη δημόσια εικόνα, το προσωπείο αποκτά ψηφιακή διάσταση. Φιλτραρισμένες φωτογραφίες, προσεκτικά επιλεγμένες στιγμές, δηλώσεις που στοχεύουν σε εντυπώσεις. Η ζωή μετατρέπεται σε σκηνή. Κι εμείς, σε ηθοποιούς ενός ατελείωτου έργου. Όμως το κοινό αλλάζει, τα «χειροκροτήματα» διαρκούν λίγα δευτερόλεπτα και η μοναξιά παραμένει.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη όψη. Το προσωπείο δεν φοριέται πάντα από κακία. Συχνά φοριέται από φόβο. Φόβο απόρριψης, φόβο κριτικής, φόβο περιθωριοποίησης. Ένα παιδί που έμαθε ότι τα δάκρυα είναι αδυναμία, ένας εργαζόμενος που γνωρίζει πως η διαφωνία τιμωρείται, μια γυναίκα που κουράστηκε να απολογείται για τη δυναμικότητά της. Το προσωπείο γίνεται πανοπλία. Και η πανοπλία, όσο κι αν προστατεύει, βαραίνει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν φοράμε προσωπείο. Σχεδόν όλοι φοράμε, λίγο ή πολύ. Το ερώτημα είναι αν γνωρίζουμε ότι το φοράμε. Αν έχουμε τη συνείδηση της απόστασης ανάμεσα στο πρόσωπο και στη μάσκα. Αν τολμάμε, έστω και σε λίγους ανθρώπους, να τη βγάλουμε. Διότι εκεί βρίσκεται η ελπίδα: στη δυνατότητα της αυθεντικότητας.
Η αυθεντικότητα δεν είναι εύκολη ούτε ανέξοδη. Προϋποθέτει αυτογνωσία και θάρρος. Προϋποθέτει να αποδεχτούμε τα ελαττώματά μας, να παραδεχτούμε τα λάθη μας, να εκφράσουμε τις ανάγκες μας χωρίς επιθετικότητα αλλά και χωρίς φόβο. Είναι μια πράξη αντίστασης σε μια κοινωνία που συχνά προτιμά την επιφάνεια από το βάθος.
Σε τελική ανάλυση, το προσωπείο επηρεάζει την καθημερινότητά μας περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. Διαμορφώνει τις σχέσεις μας, καθορίζει τις επιλογές μας, επηρεάζει την ψυχική μας υγεία. Μας ωθεί να ζούμε μια ζωή «αποδεκτή» αντί για μια ζωή αληθινή. Και όσο περισσότερο το συνηθίζουμε, τόσο δυσκολότερο γίνεται να θυμηθούμε ποιο είναι το πραγματικό μας πρόσωπο.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πράξη γενναιότητας δεν είναι να εντυπωσιάσουμε, αλλά να αποκαλυφθούμε. Να πούμε «αυτός είμαι», χωρίς φτιασίδια και χωρίς υπεκφυγές. Να επιτρέψουμε στους άλλους να δουν όχι μόνο τη δύναμή μας, αλλά και την ευαλωτότητά μας. Διότι μόνο εκεί, στην αλήθεια, μπορεί να γεννηθεί μια σχέση ουσιαστική με τους άλλους και με τον εαυτό μας.
Και τότε, το προσωπείο θα επιστρέψει εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στις Απόκριες και στη σκηνή. Όχι στην καρδιά της ζωής μας.
Το προσωπείο δεν είναι πάντοτε εχθρός, μερικές φορές είναι άμυνα, ένας τρόπος να αντέξουμε τον θόρυβο και την αβεβαιότητα του κόσμου. Όμως όταν η μάσκα γίνεται ταυτότητα, όταν η υποκρισία μετατρέπεται σε καθημερινή μας γλώσσα, τότε η απόσταση από τον αληθινό μας εαυτό γίνεται επικίνδυνα μεγάλη. Και καμία κοινωνική αποδοχή δεν μπορεί να γεμίσει το κενό της εσωτερικής αποξένωσης.
Ίσως, τελικά, το πιο θαρραλέο βήμα δεν είναι να υιοθετήσουμε ένα ακόμη προσωπείο, πιο αρεστό ή πιο επιτυχημένο. Ίσως είναι να τολμήσουμε να το αφαιρέσουμε. Να σταθούμε με τις ατέλειες και τις αλήθειές μας, να μιλήσουμε χωρίς τον φόβο της έκθεσης, να επιτρέψουμε στις σχέσεις μας να αναπνεύσουν αυθεντικότητα.
Γιατί η κοινωνία αλλάζει όταν αλλάζουμε εμείς. Και το πρόσωπο που δεν κρύβεται, όσο ευάλωτο κι αν είναι, έχει μια δύναμη που καμία μάσκα δεν μπορεί να μιμηθεί: τη δύναμη της αλήθειας!
Εύα, Καπελλάκη – Κοντού [ Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος & ραδιοφωνική παραγωγός]



