Επίδομα στους μικρούς επιδότηση σε μεσαίους και προγράμματα στους μεγαλύτερους αγρότες το πλάνο της νέας ΚΑΠ
Στόχευση της εισοδηµατικής στήριξης της ΚΑΠ σε εκµεταλλεύσεις που πληρούν ορισµένα κριτήρια βιωσιµότητας, προτείνει ανοιχτά η µελέτη για τα εργαλεία στήριξης των αγροτών της Επιτροπής Γεωργίας της Ευρωβουλής. Η σχετική έκθεση έρχεται στη δηµοσιότητα την ώρα που η συζήτηση εντός και εκτός Βρυξελλών «φουντώνει» για τον ορισµό του ενεργού αγρότη, η Κοµισιόν πιέζει για επιδοτήσεις µόνο στους παραγωγικούς και, τα κράτη-µέλη, µετράνε το πολιτικό κόστος ριζοσπαστικών αλλαγών, όπως ο αποκλεισµός των συνταξιούχων από το τσεκ.
Μέσα σε αυτό το κλίµα, η έκθεση µε τίτλο «Μέτρα στήριξης του εισοδήµατος των αγροτών σε διάφορα κράτη µέλη στο πλαίσιο του πληθωρισµού και του αυξανόµενου κόστους παραγωγής», έρχεται να προτείνει δείκτες βιωσιµότητας για καλύτερη στόχευση των επιδοτήσεων στην ΚΑΠ µετά το 2027.
Οι τρεις κατηγορίες εκµεταλλεύσεων
Η κεντρική κατεύθυνση που προκύπτει από τη µελέτη είναι οι επιδοτήσεις να αποµακρυνθούν περαιτέρω από τη λογική της οριζόντιας, «ανά στρέµµα» στήριξης και να εστιάζει σε βιώσιµες αλλά οικονοµικά ευάλωτες εκµεταλλεύσεις. Η έννοια της βιωσιµότητας λοιπόν, δηλαδή η δυνατότητα µιας εκµετάλλευσης να αµείβει την οικογενειακή εργασία και το κεφάλαιο σε βάθος χρόνου,προτείνεται ως βασικό κριτήριο στόχευσης. Αυτό σηµαίνει ότι οι επιδοτήσεις δεν θα πρέπει να διατηρούν τεχνητά µη βιώσιµες δοµές, αλλά να στηρίζουν εκείνες που µπορούν να αντέξουν µε τη σωστή πολιτική υποστήριξη.
Η έκθεση διατυπώνει την ιδέα διαχωρισµού των εκµεταλλεύσεων σε κατηγορίες:
1) Μη βιώσιµες: Πρόκειται για πολύ µικρές αγροτικές µονάδες ή συνταξιούχοι αγρότες, των οποίων οι εκµεταλλεύσεις ενδέχεται να χαρακτηριστούν µη βιώσιµες, αλλά το αγροτικό εισόδηµα λειτουργεί ως κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Για αυτές τις οµάδες, η έκθεση υποδηλώνει την ανάγκη εργαλείων κοινωνικής πολιτικής (επιδόµατα).
2) Βιώσιµες αλλά εξαρτώµενες από στήριξη: Πρόκειται για τη ραχοκοκκαλιά των οικογενειακών εκµεταλλεύσεων, όπου προτείνεται να στοχεύουν οι επιδοτήσεις.
3) Βιώσιµες ακόµη και χωρίς εισοδηµατική ενίσχυση: Οι µεγάλες και οικονοµικά ισχυρές εκµεταλλεύσεις, που ενδέχεται να µη χρειάζονται εισοδηµατική στήριξη, αλλά διαδραµατίζουν καθοριστικό ρόλο στη συνολική παραγωγή και στη µετάβαση προς βιώσιµα πρότυπα. Για τις τελευταίες, τίθεται το ερώτηµα αν δικαιολογείται η συνέχιση των άµεσων πληρωµών. Η έκθεση αφήνει ανοικτό το ενδεχόµενο αποκλεισµού τους από την εισοδηµατική στήριξη, διατηρώντας όµως την επιλεξιµότητα για επενδυτικά ή περιβαλλοντικά µέτρα.
Από την Τυπική Απόδοση (SO), στον Τυπικό ∆είκτη Προσόδου
Η εφαρµογή ενός τέτοιου συστήµατος προϋποθέτει τον καθορισµό κατωφλίων βιωσιµότητας µε πρακτικό και τεκµηριωµένο τρόπο, κάτι που αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα δύσκολο. Η ρήτρα του «ενεργού αγρότη» µπορεί να λειτουργήσει ως µερικό φίλτρο, αλλά δεν επαρκεί. Συµπληρωµατικά κριτήρια, όπως το µέγεθος της εκµετάλλευσης ή η Τυπική Απόδοση (Standard Output), µπορούν να αξιοποιηθούν, σύµφωνα µε τη µελέτη. Η Τυπική Απόδοση αντανακλά ουσιαστικά τον τζίρο µίας εκµετάλλευσης, µε βάση τα στρέµµατα και το είδος της παραγωγής. Ωστόσο, και η Τυπική Απόδοση αναφέρει η έκθεση έχει περιορισµούς. Πρόκειται για δείκτη τζίρου και όχι για δείκτη καθαρού εισοδήµατος ή κερδοφορίας. ∆εν λαµβάνει υπόψη το κόστος παραγωγής ούτε τα περιθώρια κέρδους, τα οποία διαφέρουν σηµαντικά µεταξύ δραστηριοτήτων. Έτσι, δύο εκµεταλλεύσεις µε παρόµοια Τυπική Απόδοση µπορεί να έχουν πολύ διαφορετική καθαρή οικονοµική απόδοση.
Για να γεφυρωθεί αυτό το κενό, προτείνεται η ανάπτυξη ενός «τυπικού δείκτη προσόδου», ο οποίος θα συνδέει την Τυπική Απόδοση µε την ικανότητα δηµιουργίας εισοδήµατος. Ο δείκτης αυτός θα µπορούσε να ορίζει ποιο ποσοστό της SO µετατρέπεται, κατά µέσο όρο, σε αγροτικό εισόδηµα. Τα σχετικά περιθώρια θα πρέπει να είναι εξειδικευµένα ανά δραστηριότητα και οικονοµική κατηγορία, ώστε να αποτυπώνουν ρεαλιστικά τις διαφοροποιήσεις µεταξύ τοµέων. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική δεν θα βασιζόταν µόνο στο φυσικό µέγεθος της εκµετάλλευσης, αλλά στην πραγµατική της ικανότητα παραγωγής εισοδήµατος.
Ένα σηµαντικό πλεονέκτηµα µιας τέτοιας προσέγγισης βάσει της έκθεσης είναι ότι δεν θα δηµιουργούσε διακρίσεις εις βάρος πιο εντατικών µορφών παραγωγής που δεν διαθέτουν µεγάλη γη. Το σηµερινό σύστηµα, που συνδέει την ενίσχυση κυρίως µε τα εκτάρια, ευνοεί τις εκτατικές δραστηριότητες και δεν αποτυπώνει επαρκώς την οικονοµική βαρύτητα εκµεταλλεύσεων υψηλής έντασης, οπότε, η µετάβαση σε έναν οικονοµικό δείκτη θα µπορούσε να οδηγήσει σε πιο ουδέτερη και δικαιότερη αξιολόγηση της βιωσιµότητας.
Ο ορισµός του «ενεργού αγρότη»
Όλα τα παραπάνω µπορεί να θεωρούνται απλά ως εκθέσεις ιδεών, άνευ ουσιαστικής σηµασίας πέρα από ακαδηµαϊκές αναζητήσεις. Ωστόσο έχουν πολύ µεγάλη σηµασία για να φανεί πώς διαµορφώνεται το κλίµα πανευρωπαϊκά εν µέσω διαβουλεύσεων για τη νέα ΚΑΠ. Γίνεται φανερό, ότι δεν θα είναι εύκολο να περάσει η Ελλάδα ξανά ορισµό ενεργού αγρότη τόσο «τρύπιο» που ουσιαστικά µοιράζει επιδοτήσεις σε όποιον δηλώνει χωράφια, είτε παράγει, είτε δεν παράγει, είτε είναι ο λεγόµενος «αγρότης του καναπέ», είτε έχει εξωγεωργικά εισοδήµατα εκατοµµυρίων και δεν ξέρει ούτε που βρίσκεται το κτήµα που δηλώνει. Μοιάζει βέβαιο ότι θα µπει κάποιο φρένο, ώστε τουλάχιστον να επιδοτούνται µε µεγαλύτερα ποσά όσοι πραγµατικά παράγουν. Ίσως δεν είναι τυχαίο, ότι η έκθεση της Ευρωβουλής έρχεται να προτείνει αυτόν τον Τυπικό ∆είκτη Αποδοχών ως «απάντηση» στην απαίτηση του Στρατηγικού ∆ιαλόγου για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Γεωργίας, όπου τόνιζε την ανάγκη εύρεσης ενός νέου κριτηρίου κοινωνικού, οικονοµικού και αγρονοµικού, για τη στόχευση των επιδοτήσεων.
Φυσικά, κρίσιµη προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω είναι η βελτίωση των δεδοµένων. Η µελέτη τονίζει την ανάγκη για πιο έγκαιρα, λεπτοµερή και αντιπροσωπευτικά στοιχεία αγροτικού και οικογενειακού εισοδήµατος, ώστε οι παρεµβάσεις να βασίζονται σε πραγµατικές ανάγκες και όχι σε ατελείς δείκτες.
Προτείνεται τιμαριθμική προσαρμογή των επιδοτήσεων βάσει πληθωρισμού
Η μελέτη επισημαίνει ρητά ότι ο πληθωρισμός έχει διαβρώσει την πραγματική αξία των αγροτικών ενισχύσεων, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό σταθερές σε ονομαστικούς όρους. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν το ποσό της επιδότησης δεν αλλάζει, η αγοραστική του δύναμη μειώνεται όταν αυξάνονται το κόστος ενέργειας, λιπασμάτων, ζωοτροφών και γενικότερα οι τιμές στην οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια επιδότηση καλύπτει ολοένα και μικρότερο μέρος των πραγματικών αναγκών της εκμετάλλευσης. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων οικονομικών, κλιματικών και γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων, οι αγρότες παραμένουν εκτεθειμένοι όχι μόνο στη μεταβλητότητα των αγορών αλλά και στη σταδιακή απομείωση της στήριξης που λαμβάνουν. Για τον λόγο αυτό, η έκθεση αναφέρει την ανάγκη ύπαρξης μηχανισμών πολιτικής που να προστατεύουν τόσο το ονομαστικό όσο και το πραγματικό αγροτικό εισόδημα. Μία από τις επιλογές που τίθενται στο τραπέζι είναι η εισαγωγή κάποιας μορφής τιμαριθμικής προσαρμογής των ενισχύσεων, συνδεδεμένης με δείκτη πληθωρισμού. Έτσι, η στήριξη δεν θα μένει «παγωμένη» σε τρέχουσες τιμές, αλλά θα διατηρεί την πραγματική της αξία, ενισχύοντας τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Πηγή: agronews.gr



