Για κάθε χρόνο σύνταξης έχουμε εργαστεί δύο – Κατά 17% θα μειωθούν οι συντάξεις έως το 2070
Μείωση κατά 17% θα υποστούν σταδιακά οι συντάξεις έως το 2070 εξαιτίας του νόμου Κατρούγκαλου, αναδεικνύοντας την Ελλάδα ως πρωταθλήτρια στη μείωση των συντάξεων την περίοδο 2022-2070, ακολουθούμενη από την Πορτογαλία, σύμφωνα την έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Με τη μείωση των συντάξεων, το ασφαλιστικό σύστημα εξασφαλίζει έως το 2070 τη βιωσιμότητά του, αλλά από την άλλη πλευρά κινδυνεύει η επάρκεια των συντάξεων ως ποσού κάλυψης των αναγκών των συνταξιούχων ώστε το βιοτικό τους επίπεδο να μην υποχωρήσει κάτω από το όριο φτώχειας.
Τον κίνδυνο τα κράτη να μην μπορούν να διανείμουν επαρκείς συνταξιοδοτικές παροχές λόγω της γήρανσης του πληθυσμού έχει επισημάνει και η Ε.Ε., προτείνοντας ως λύση τις συμπληρωματικές συντάξεις από επαγγελματικά ταμεία υποχρεωτικής ασφάλισης.
Ας δούμε όμως για πόσα χρόνια καλύπτει το κράτος τους συνταξιούχους σε σχέση με τα έτη που έχουν συνεισφέρει στο σύστημα. Στην Ελλάδα δουλεύουμε κατά μέσο όρο 41 έτη και «απολαμβάνουμε» τη σύνταξη για τα μισά χρόνια του εργάσιμου βίου, ήτοι για 20,1 έτη. Με βάση τα στοιχεία του Ageing Report 2024, για το έτος 2023, στην Ελλάδα η μέση ηλικία συνταξιοδότησης ήταν τα 64 έτη ηλικίας. Ετσι, αν λάβουμε υπόψη ότι το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 64 ετών το 2023 ήταν 20 έτη, τότε συμπεραίνουμε ότι το 2023 στην Ελλάδα ο μέσος εργαζόμενος αρχίζει την ασφάλισή του στην ηλικία των 23 ετών και συνταξιοδοτείται στην ηλικία των 64 ετών, δηλαδή εργάζεται κατά μέσο όρο 41 χρόνια και λαμβάνει σύνταξη για 20 χρόνια. Δηλαδή, στην Ελλάδα ο μέσος ασφαλισμένος για κάθε χρόνο σύνταξης έχει εργαστεί δύο έτη.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα στοιχεία για την υπόλοιπη Ευρώπη, σύμφωνα με τη Eurostat. Ειδικότερα για το 2023, η μέση διάρκεια συνταξιοδότησης στην Ευρώπη ήταν 21 έτη και παρουσίασε μικρή μείωση σε σχέση με το 2019 που ήταν 21,3 έτη λόγω των επιπτώσεων του COVID στο προσδόκιμο ζωής. Αντίστοιχα, το χρονικό διάστημα εργασιακού βίου στην Ευρώπη (μέσος όρος των χωρών της Ευρώπης) ήταν 41,3 έτη. Αρα, στην Ευρώπη, το 2023 οι πολίτες κατά μέσο όρο εργάζονται διπλάσιο χρονικό διάστημα από αυτό που συνταξιοδοτούνται. Δηλαδή εργάζονται δύο έτη για κάθε έτος συνταξιοδότησης.
Το χρονικό διάστημα της συνταξιοδότησης αποτελεί μία από τις τρεις βασικές συνιστώσες που κρίνουν την επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών. Οι άλλες δύο είναι:
α. Η προστασία από τη φτώχεια, δηλαδή η ικανότητα ενός δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης να προστατέψει τον πληθυσμό της τρίτης ηλικίας από τη φτώχεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 65+ που ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε από το 19,3% το 2021 στο 23,3% το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση 20% στην τετραετία 2021-2024.
β. Το επίπεδο διαβίωσης πριν και μετά τη συνταξιοδότηση, δηλαδή το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων σε σχέση με τον μισθό ώστε να επιτυγχάνεται στο μέτρο του δυνατού ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης σε σχέση με αυτό που είχαν προτού συνταξιοδοτηθούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις χώρες της Ευρώπης το μέσο εισόδημα των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών προς το εισόδημα των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών, το διάστημα 2013-2023 μειώθηκε από το 91,5% στο 86,3%. Για το 2023, στην Ελλάδα ο δείκτης αυτός (του σχετικού μέσου εισοδήματος των ηλικιωμένων ως προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό) ήταν στο 95,3%, υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρώπης, που ήταν στο 86,3%, και το τρίτος υψηλότερος μετά το Λουξεμβούργο, που ήταν στο 104,6%, και την Ισπανία που ήταν στο 98,1%.
Οι δύο παράγοντες
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάστηκε ο δρ του Παντείου Βασίλης Μπέτσης, η μείωση των μελλοντικών συντάξεων στη χώρα μας οφείλεται σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος είναι η μείωση των συντελεστών αναπλήρωσης των νόμων 4387/2016 (Κατρούγκαλου) και 4670/2020 (Βρούτση) σε σχέση με τους συντελεστές αναπλήρωσης πριν από τους μνημονιακούς νόμους, όπου με 40 έτη εργασίας ο συντελεστής αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης διαμορφώθηκε στο 50%. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας στον μέσο όρο ολόκληρου του εργασιακού βίου του ασφαλισμένου, διάταξη η οποία καθορίστηκε με το πρώτο μνημόνιο και τον Ν. 3863/2010 και διατηρήθηκε και στους νόμους 4387/2016 και 4670/2020. Ετσι, εάν θεωρήσουμε ότι ένας ασφαλισμένος σε όλο τον εργασιακό του βίο λαμβάνει αύξηση μισθού όσο ο πληθωρισμός συν την αύξηση του ΑΕΠ, τότε η αλλαγή του μαθηματικού τύπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών με αναπροσαρμογή με τον πληθωρισμό προκαλεί έμμεση μείωση των συντάξεων κατά 17%, υπονομεύοντας την επάρκεια των μελλοντικών συνταξιοδοτικών παροχών.
Ετσι, πράγματι, σύμφωνα με την έκθεση της ΕΚΤ, η συνταξιοδοτική δαπάνη της Ελλάδας, από 14,5% του ΑΕΠ το 2022, θα μειωθεί στο 12% του ΑΕΠ μέχρι το 2070, όταν ο μέσος όρος των χωρών της Ε.Ε.-27 από 11,4% το 2022 θα αυξηθεί στο 11,8% το 2070.
Οπως επισημαίνει ο κ. Μπέτσης, με βάση την έκθεση της ΕΚΤ, στην Ελλάδα οι συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμάται ότι επιβαρύνονται κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες λόγω του δείκτη γήρανσης, ο οποίος αυξάνεται από 39% το 2022 σε 66% το 2070. Ωστόσο, η αύξηση αυτή θα αντισταθμιστεί από τη μείωση του επιπέδου των συντάξεων, τη μείωση του αριθμού των συνταξιούχων ως ποσοστό του πληθυσμού 65 ετών και άνω και από την αύξηση του ποσοστού των ατόμων που θα εργάζονται μέχρι τα 74 έτη ηλικίας.
Ειδικότερα, θα υπάρξει αντιστάθμιση: α) κατά 6,5 ποσοστιαίες μονάδες από τη μείωση των συντάξεων, β) κατά 1 ποσοστιαία μονάδα από τη μείωση των συνταξιούχων ως ποσοστό του πληθυσμού 65 ετών και άνω και γ) κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες από την αύξηση των ατόμων που θα εργάζονται μέχρι τα 74 έτη της ηλικίας τους. Από τα προαναφερόμενα στοιχεία προκύπτει, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι ο δείκτης της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξανόταν στο 21% λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, αλλά τελικά θα μειωθεί στο 12%, με το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης να οφείλεται στη μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών από 76% το 2022 σε 53% το 2070. Στις συνθήκες αυτές το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θεωρείται μακροπρόθεσμα χρηματοοικονομικά βιώσιμο, αφού θα μειωθεί σημαντικά το μελλοντικό επίπεδο των συντάξεων, αλλά όχι κοινωνικά αποτελεσματικό και επαρκές λόγω της μείωσης των συντάξεων και της επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων.



