Θέμα χρόνου η ανάκτηση των 6,00 ευρώ για το λίγο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
Αντίβαρο στη μειωμένη διαθεσιμότητα ελαιολάδου (Ισπανία, Ελλάδα) αναμένεται να αποτελέσουν οι ανατιμήσεις σε τιμές παραγωγού και τυποποιημένου προϊόντος κατά το επόμενο εξάμηνο, με τους ιδιώτες που διαχειρίζονται αξιοπρεπείς ποσότητες έξτρα παρθένου (τρεις με έξι γραμμές) να συγκαταλέγονται μεταξύ των καθαρών κερδισμένων στην υπό διαμόρφωση αγορά του 2026.
Θετικό ρόλο παίζει και η Τυνησία, η οποία αρχίζει μέσω δηλώσεων αξιωματούχων να κόβει τα πολλά πολλά περί 500.000 τόνων υπερπαραγωγής και βάζει «νερό στο λάδι της» με εκτιμήσεις τελικής σοδειάς λίγο κάτω από 400.000 τόνους.
Στο πεδίο των τιμών, η φυσική αγορά ξεκινά μουδιασμένα την ημερολογιακή χρονιά (όπως πάντα) αναμένοντας πρώτα να ξεκαθαρίσει o προσφερόμενος όγκος. Στη συνέχεια, η πλευρά της ζήτησης θα κινηθεί στρατηγικά προς χτίσιμο υγιούς αποθέματος τόσο σε καλά οργανοληπτικά παρθένα όσο και σε εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα.
Η «κατάκτηση» (ή «ανάκτηση») του ψυχολογικού ορίου των 6,00 ευρώ για τα ποιοτικά (αν και κάπως λίγα) αποθέματα της Λακωνίας και της Κρήτης τις επόμενες βδομάδες μοιάζει πιο πιθανή από ποτέ. Τα οριακά έξτρα παρθένα ίσως έχουν ένα θεματάκι με την εμπορία τους στο αμέσως επόμενο διάστημα και αυτό διότι οι έμποροι θα ήταν αρκετά χαρούμενοι να τα αποσπάσουν αργά την άνοιξη ως κοινά παρθένα, παρά σήμερα με προσαύξηση 30 με 50 λεπτά στο κιλό. Για την ώρα, η πρώτη πράξη συνεταιρισμού στη Λακωνία ανήκει στον ΑΣ Παλαιοπαναγιάς, ο οποίος σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες ήρθε σε συμφωνία στις 13 Ιανουαρίου με την ΑGROVIM για ένα βυτίο έξτρα παρθένου ελαιολάδου περίπου 3 γραμμών στα 5,60 ευρώ το κιλό καθαρά.
Όλο και χαμηλότερα οι εκτιμήσεις παραγωγής
Φαίνεται λοιπόν πως με βάση δύο παράγοντες (διαθέσιμη προσφορά, πιστοποιημένη ποιότητα) θα χτιστεί το επόμενο τρίμηνο το… διακεκομμένο διάγραμμα της τιμολόγησης στο φετινό ελαιόλαδο, με την τρίτη μεταβλητή της ζήτησης να παίζει κάπως δευτερεύοντα ρόλο μιας που η εμπειρία της τελευταίας τριετίας σιγουρεύει πλέον τους συντελεστές της αγοράς περί ήπιου ελλειμματικού ισοζυγίου της τάξης των 200 με 250.000 τόνων (7% της προσφοράς), στη γειτονιά της Μεσογείου.
Τα παραπάνω σε ένα μεγάλο βαθμό υπαγορεύουν τα στοιχεία Δεκεμβρίου της ισπανικής AICA, τα οποία περιγράφουν με καθαρά νούμερα αυτό που οι επαγγελματίες του χώρου διέβλεπαν ήδη από το Νοέμβριο. Πως δηλαδή η ισπανική παραγωγή θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη και κάτω από 1,2 εκατ. τόνους (40-45% κάτω συγκριτικά με τις αρχικές εκτιμήσεις του Μαΐου), διαμορφώνοντας ένα απόθεμα ελαιολάδου στους 716.000 τόνους, έναντι 824.000 τον Δεκέμβριο 2024.
Με 14% μικρότερο απόθεμα έκανε ποδαρικό το 2026
Η μείωση στα αποθέματα κατά περίπου 14% μέσα σε ένα έτος αντανακλά πρώτον, την μειωμένη προσφορά στην μεγαλύτερη παραγωγό χώρα του κόσμου και δεύτερον το πραγματικό δυναμικό της κατανάλωσης. Στην πράξη επαληθεύεται πως η φυσική αγορά (κανάλια λιανικής, ζήτηση για εξαγωγές) δύναται να απορροφήσει στο διηνεκές «κλασικές» παραγωγές της τάξης των 1,4 εκατ. τόνων στην Ισπανία. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί πως η κλιματική κρίση έχει περιορίσει την τελευταία πενταετία τις σοδειές κατά μέσο όρο σε 1,15 εκατ. τόνους.
Απίθανο να αυξηθεί σημαντικά η λαδιά τον Ιανουάριο
Τώρα, κάποιος απαισιόδοξος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως η συγκομιδή τον Δεκέμβριο ήταν κάπως περιορισμένη σε έκταση συγκριτικά με τα ιστορικά μοντέλα και αυτό λόγω καιρικών συνθηκών. Να σημειωθεί εδώ πως σύμφωνα με αναφορές γεωπόνων και κλαδικών μέσων, σε σημαντικές ελαιοπαραγωγικές ζώνες της Ανδαλουσίας οι αποδόσεις κυμάνθηκαν στο 14% με 16% για το διάστημα Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου. Ήδη γράφεται πως η συγκομιδή τον Ιανουάριο επέφερε βελτίωση της περιεκτικότητας κατά 1.3%, επίδοση που μοιάζει μάλλον απίθανη.
Σε κάθε περίπτωση, είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να κρύβει ο Γενάρης εκπλήξεις με παραγωγές 600-650.000 τόνων, αφού και μέρος του καρπού έχει ήδη χαθεί αλλά και μία ελαιοπεριεκτικότητα στο 17% δεν αρκεί ώστε να πιάσει η χώρα τον ονομαστικό στόχο του 19,5% προς εκπλήρωση των 1,4 εκατ. τόνων που προϋπολόγιζε το υπουργείο. Για την ιστορία, να σημειωθεί πως βάσει επίσημων στοιχείων, τον Δεκέμβριο 2025 η Ισπανία λάδωσε 416.500 τόνους, έναντι 592.600 τόνους πέρυσι (-18%) με την συνολική παραγωγή της (Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος) να αθροίζει μέχρι στιγμής σε 716.370 τόνους, έναντι 884.000 τόνους πέρυσι.
πηγη: elaiaskarpos



